Ενημέρωση Ανάρτησης με φωτογραφικό υλικό στις 31/12/2024.
Μια ενδιαφέρουσα ιστορία ενός συγχωριανού μας, του Γεωργίου Ρούσση που έλαβε μέρος στον πόλεμο της Κορέας, δημοσιεύθηκε πριν δεκαοκτώ χρόνια στο 15ο τεύχος της τοπικής εφημερίδας "Επί Ζαγοράς". Αφού ενημερώσαμε και πήραμε την σχετική άδεια από τους οικείους του, την αναδημοσιεύουμε στην παρούσα ανάρτηση.
Η Πατρίδα όμως δεν "εξαποστέλλει" ούτε εξορίζει τους ήρωές της. Η Πατρίδα είναι Αξία πλαισιωμένη από αρετές όπως, ηρωϊσμός, αυταπάρνηση, θυσία, ανδρεία... Τώρα, εάν πολλοί ήρωές της έμειναν και μένουν ξεχασμένοι και παραπεταμένοι, δεν είναι η Πατρίδα αυτή που τους θέτει στο περιθώριο. Κάποιες άλλες είναι οι "πραγματικότητες" που σχετίζονται μ' αυτές τις ενέργειες-αποφάσεις-καταστάσεις, όπως κράτος, κυβερνήσεις, παρακράτος και τα τοιαύτα. Ενίοτε και ο απλός λαός είναι συμμέτοχος στα παραπάνω, βουτηγμένος μέσα στην αδιαφορία, την άγνοια και τις διχόνοιες του... Η Ιστορία μας έχει να δείξει πολλούς τρόπους απαλλαγής απ' αυτήν την ιδιότυπη σκλαβιά όπου κάποιοι λίγοι-"άγνωστοι" αποφασίζουν για τους πολλούς, προβάλλουν ή διαγράφουν όποιους θέλουν και όποτε θέλουν... Σε κάθε σκλαβιά όμως, σκλάβοι είναι, και θα παραμένουν για πάντα, εκείνοι που περιμένουν κάποιους να τους ελευθερώσουν...
Είμαστε σίγουροι ότι και στις δύο παραπάνω περιπτώσεις οι συγγραφείς-επιμελητές των κειμένων αντιλαμβάνονται την Πατρίδα ως Ιδανικό, άσχετα με το πως αυτή εκφέρεται στις προτάσεις τους σε αυτά... Ο τονισμός όμως και η διάκριση της Πατρίδας ως Αξίας επιβάλλεται στις μέρες μας όπου τα πάντα ισοπεδώνονται με ταχύτατους ρυθμούς...
Αλλά ας δούμε την ωραία και ενδιαφέρουσα αυτή συνέντευξη του συγχωριανού μας.
Πολέμησα με το Ελληνικό Εκστρατευτικό Σώμα ΚορέαςΕπιμέλεια: Ιωάννας ΣιάγκουΠριν από πενήντα επτά χρόνια την 15η Νοεμβρίου του 1950 ξεκινούσε από τον Πειραιά η πρώτη αποστολή του Εκστρατευτικού Σώματος Ελλάδος εις Κορέαν που στέλνονταν να πολεμήσει στην μακρινή χώρα της Άπω Ανατολής. Κατά την διάρκεια του β' παγκοσμίου πολέμου µε την συμφωνία της Γιάλτας (1949) οι μεγάλες δυνάμεις συμφώνησαν ότι η Κορέα µε το τέλος του πολέμου θα γίνει ανεξάρτητη χώρα. Με την είσοδο όμως της Σοβιετικής Ένωσης στον πόλεμο κατά της Ιαπωνίας και την τελική παράδοση της χώρας αυτής (1948) διαμορφώθηκαν δύο στρατιωτικές περιοχές στην Κορέα. Η βόρεια που καταλήφθηκε από τον σοβιετικό στρατό και η νότια που καταλήφθηκε από τους Αμερικανούς. Οι δύο αυτές στρατιωτικές ζώνες είχαν ως σύνορο τον 38ο παράλληλο. Η όξυνση των σχέσεων μεταξύ των δύο νέων κρατών με το διαφορετικό πολιτικό σύστημα, δεν άργησε να εξελιχθεί σε φονικό πόλεμο. Την 25η Ιουνίου του 1950 τα βορειοκορεατικά στρατεύματα πέρασαν τη μεθόριο και επιτέθηκαν στη Νότια Κορέα.
Ο στρατός των νοτίων δυνάμεων δεν μπόρεσε να προβάλει σοβαρή άμυνα και στη διάρκεια ενός μήνα οι βόρειοι είχαν καταλάβει σχεδόν το σύνολο της χώρας. Με απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ συγκροτήθηκε διεθνές εκστρατευτικό σώμα για την απόκρουση των βορείων και αμέσως μονάδες αμερικανικές μετακινήθηκαν από την Ιαπωνία στην Κορέα.
Ο πόλεμος πήρε καινούργια τροπή µε την άφιξη μεγάλου εκστρατευτικού σώματος Κινέζων εθελοντών στο πλευρό των Βορειοκορεατών που αντεπιτέθηκε κατά του αμερικανο-συμμαχικού στρατού. Μετά από σκληρές μάχες η γραμμή σταθεροποιήθηκε στο ύψος του 38ου παραλλήλου.
Για τα επόμενα δυόμισι χρόνια μέχρι την υπογραφή της ανακωχής στις 27 Ιουλίου 1953, άντρες από 23 συνολικά κράτη και από τις δύο εμπόλεμες πλευρές πολεμούν, τραυματίζονται και σκοτώνονται στις αιματηρές επιχειρήσεις.
Ο συνολικός αριθμός των Ελλήνων που πήραν μέρος είναι περίπου 10.000 άντρες (αξιωματικοί- οπλίτες) Από την αρχή του πολέμου, ως την υπογραφή ειρήνης, δεκαπέντε συνολικά αποστολές αντικαταστάσεως εστάλησαν στην Κορέα.
Ο Γεώργιος Ρούσσης θα φτάσει εκεί µε την 13η αποστολή την 8η Ιανουαρίου 1953 και θα επιστρέψει στον Πειραιά την 30η Νοεμβρίου του ίδιου χρόνου. Θα πάρει μέρος στις φονικότερες μάχες και στο κρισιμότερο για την έκβαση του πολέμου χρονικό διάστημα. Διηγείται απλά και παραστατικά πενήντα τέσσερα χρόνια μετά, σαν να ήταν χθες. Μας μεταφέρει την καθημερινότητα του πολέμου, το φόβο, την κούραση, το κρύο την έλλειψη ύπνου, τους βομβαρδισμούς, τις μάχες, το θάνατο.
Δεν αντιλαμβάνεται απολύτως γιατί πολεμά τόσο μακριά, ούτε τα γεωπολιτικά παιχνίδια που παίζονται εν αγνοία του. Συχνά αγανακτεί. Την ίδια στιγμή όμως νιώθει την ικανοποίηση του στρατιώτη που εισπράττει την αποδοχή και την εκτίμηση των συμμαχικών δυνάμεων.
Μεταφέρει στην άκρη της γης τον πονηρό Οδυσσέα που κρύβει μέσα του και γελάει για το πολυβόλο που "αγόρασε" από τους Αμερικάνους. Είναι μόλις 23 ετών και χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά απ’ τη "γαλάζια πατρίδα", έκφραση, που φαίνεται να έχει ακούσει κατά κόρον από Έλληνες αξιωματικούς. Η επιστροφή τον φέρνει πίσω στα ίδια. Η "γαλάζια πατρίδα" τον εξαποστέλλει στη Ζαγορά χωρίς τίποτα άλλο, πλην των τιμητικών παρασήμων και τον ξεχνά. Στις 3 Δεκεμβρίου του 1953 επανακάµπτει στα πάτρια.
"Κοιμήθηκα και την επαύριο πήγα για μεροκάματο µε τα στρατιωτικά, στο Μήτσο τον Τσανάκα". Αυτό το τελευταίο, µε την απλότητα που ελέχθη, µας συγκινεί περισσότερο κι από την μεγάλη Οδύσσεια του Γεωργίου Ρούσση.
Στο Κέντρο Εκπαιδεύσεως Βαρέων Όπλων (Κ.Ε.Β.ΟΠ.) "Κατατάχτηκα στρατιώτης στο Κέντρο Εκπαιδεύσεως Βαρέων Όπλων και βγήκα άριστος πολυβολητής, Αποσπάστηκα στο 593 τάγμα πεζικού στον Όλυμπο στην Κατερίνη. Αυτά το 1952. Εκεί έγινε μια άσκηση μεραρχίας. Όταν τελείωσε η άσκηση και επιστρέψαμε στο λόχο, ήρθε ο επιλοχίας και φώναξε τέσσερα ονόματα από τον Λόχο Βαρέων Όπλων: Ρούσσης Γεώργιος, πρώτος εγώ και άλλοι τρεις."Εσείς που ακούσατε τα ονόματα σας να πάτε μετά το φαγητό στο στρατολόγο, σας θέλει". Κατάλαβα. Λέω "Μάγκες είμαστε για την Κορέα". "Αποκλείεται" λέει ο ένας͵ ήταν από την Ελασσόνα. Εμένα όμως δεν µου έβγαινε από το μυαλό. Δεν έφαγα, δεν µε χωρούσε ο τόπος. Σηκώθηκα και πήγα µόνος µου. Λέει αυτός: "Θα έρθετε και οι τέσσερις μαζί". Τους μαζεύω. Πηγαίνουμε. "Παιδιά µου είχατε την τύχη να ακολουθήσετε το Εκστρατευτικό Σώμα Ελλάδος στην Κορέα. Υπάρχουν εκεί αδέρφια µας που μάχονται. Θα πάτε για να τα αντικαταστήσετε". Αμάν στεναχώρια. Ο ένας: "Δεν θέλω να πάω", ο άλλος: "Δεν μπορώ να πάω". Σκασίλα μεγάλη. Λέει ο στρατολόγος: "Δεν χρειάζονται δικαιολογίες. Θα πάτε. Σας επέλεξε ο λόχος, σας επέλεξε το τάγμα, σας επέλεξε η μεραρχία και πρέπει να πάτε".
Μας φορτώνουν κι από εκεί στη Βουλιαγμένη. Σαράντα μέρες ασκήσεις. Αφού τελείωσαν καμιά φορά, ήρθε η μέρα να φύγουμε. Μας είπαν ότι θα πάμε πρώτα να καταθέσουμε στεφάνι στο Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη και από εκεί θα πάμε στην Ακτή Βασιλειάδη που θα είναι το καράβι. Δεν µας πήγαν στο Μνημείο, µας κορόιδεψαν. Εγώ είχα ειδοποιήσει τον θείο µου αποβραδίς, να έρθει να µε δει στο Σύνταγμα. Πάει και αυτός ο φουκαράς, πουθενά εμείς. Ρωτάει, μαθαίνει ότι δεν θα καταθέσουμε στεφάνι, βρίσκει ταξί κατεβαίνει στον Πειραιά αλλά δεν πρόλαβε, είχε φύγει το καράβι. Τι μέρα κι αυτή. Ήταν θρήνος, Να βλέπεις πατεράδες, μανάδες, αδέρφια να κλαιν, να χαιρετάν. Σαν σταφύλια κρεμασμένοι στα κάγκελα στην προβλήτα. Οι φαντάροι μόλις πατούσαν στη σκάλα του καραβιού λέγαν τ’ όνομά τους στον αξιωματικό που είχε τις καταστάσεις. Ρωτούσε: "πως λέγεσαι;" Μιλούσε στο μικρόφωνο κι ακουγόταν σε όλο το λιμάνι από τα μεγάφωνα: "Και τώρα ανεβαίνει ο στρατιώτης Ρούσσης Γεώργιος, ο οποίος ταξιδεύει για την Κορέα. Του ευχόμαστε καλή τύχη". Έβλεπες απ’ ὀξω στην προβλήτα να μπολιάζονται, να φωνάζουν και καταλάβαινες ότι ήταν οι συγγενείς αυτουνού που ανέβαινε. Πήρε είδηση κι η μάνα µου και ήρθε απ’ τη Ζαγορά αλλά είχα φευγάτος δυο μέρες. Δεν µε πρόλαβε η φουκαριάρα.
Το πρώτο λιμάνι που πιάσαμε ήταν το Πορτσάιντ στην Αίγυπτο. Περιμέναμε δυο ώρες να βγει το καράβι που ήταν στη διώρυγα για να μπούμε εμείς. Βγαίνουμε στην Ερυθρά Θάλασσα.
Έχω ένα βιβλίο που το έγραψε ένας απ’ το λόχο µου. Γεώργιος Παγωμένος, Κρητικός. Αυτός είχε ένα μπλοκάκι κι έγραφε κάθε μέρα τι γινόταν. Τα γράφει όλα. Εγώ το διαβάζω και κλαίω. Ξέρεις τι είναι πενήντα τρία χρόνια μετά να διαβάζεις πράματα που έζησες;
Πιάσαμε πολλά λιμάνια για πετρέλαιο. Αλλού κατεβαίναμε αλλού τα βλέπαμε απ’ το καράβι.. Άντεν, Κολόμπο, Σιγκαπούρη. Αυτού που έγινε πρόπερσι το τσουνάμι κι έπνιξε τόσο κόσμο εγώ πάτησα.
Όταν πιάσαμε στη Μπανγκόκ, στο Σιάμ φορτώσαμε εξακόσιους άντρες. Σιαµέζους. Αυτοί οι άνθρωποι τι βρώμα έκαναν! Δεν μπορούσες να την αντέξεις. Αχ τι τραβήξαμε μ’ αυτούς! Μας έπιασε και μια φουρτούνα στον Ειρηνικό, άστα, μπροστά σ’ αυτά που ήρθαν μετά αυτό δεν ήταν τίποτα. Ένα μήνα μες το καράβι. Στις 10 Δεκεμβρίου φύγαμε από τον Πειραιά στις 8 Ιανουαρίου μπήκαμε στο λιμάνι του Πουσάν. Όταν μπήκαμε στο λιμάνι ήταν νύχτα. Δεν βγήκαμε, κοιμηθήκαμε μέσα.
Έξω στο λιμάνι είχαν οι Αμερικάνοι κάτι θηρία πολυβόλα. Έμπαιναν οι φαντάροι ολόκληροι μες την κάνη για να την καθαρίσουν. Φεύγαν απ᾿ το Πουσάν τα βλήματα και σκάζαν στην Πυονγιάγκ την πρωτεύουσα της Βόρειας Κορέας, Εκεί κατάλαβα πού είχα πάει και τι µε περίμενε. Έριχναν και σείονταν ο τόπος. Μπάρμπα Γιώργο το λέγαν οι Έλληνες αυτό το πυροβολικό. Το πρωί αρχίσαμε να βγαίνουμε. Φορούσαμε τις χλαίνες αλλά το κρύο ήταν αφάνταστο. Τα κατάρτια του καραβιού είχαν ασπρίσει απ’ τον πάγο. Μας έβαλαν σ’ ένα τολ να περιμένουμε. Έρχεται ένας υπολοχαγός να µας παραλάβει. Μας λέει: "Παιδιά έχουμε στο Τάγμα φασολάδα µε καυτερή πιπεριά".
Στο καράβι το τι αηδίες φάγαμε δεν λέγεται. Αμερικάνικα, σάλτσες γλυκές στα μακαρόνια, μαρμελάδες µε τυριά μαζί. Ένα φαγάκι της προκοπής είχαμε να φάμε απ’ την πατρίδα.
Μας βάζουν στο τρένο για τη Σεούλ, την πρωτεύουσα της Νότιας Κορέας. Εκεί µας περίμεναν τα τζέιµς να µας πάρουν. Το Ελληνικό Τάγμα ήταν 50 χιλιόμετρα μέσα στα σύνορα, σε έδαφος της Βόρειας Κορέας. Το σύνορο ήταν ο 38ος παράλληλος και τα Ηνωμένα Έθνη είχαν διεισδύσει και παραμέσα. Στάσιμη γραμμή.
Φτάνουμε στο τάγμα. Κρύο, δεν το βάζει ανθρώπου νους. Εμείς µε τα ρούχα που φορούσαμε ήμασταν σα γυμνοί. Τέτοια παγωνιά. Φαρμάκι. Εκεί τα παιδιά φορούσαν παντελόνια με γούνα, χλαίνες µε γούνα, παπούτσια με γούνα, καπέλα με γούνα, Δεν μπορούσες να αντέξεις αλλιώς. Μας μοιράζουν τα σλίπινµπαγκ. Χώνομαι μέσα όπως ήμουν µε τα ρούχα και τις αρβύλες. Το πρωί µας δίνουν τα ρούχα ντυθήκαμε, ζεσταθήκαμε. Πήραμε και πρωινό, στυλωθήκαμε. Αρχίζουμε την εκπαίδευση. Δέκα μέρες. Ένα βράδυ έρχεται ο Διοικητής, Αντισυνταγματάρχης Κουμανάκος: "Παιδιά είμαστε για το μέτωπο". Μόλις ακούμε μέτωπο εμείς πέσαμε στα µαύρα τα πανιά. Από εκεί που ήμασταν αυτές τις δέκα μέρες βλέπαμε τα υψώματα μπροστά µας να αστράφτουν και να μπουμπουνίζουν. Είχαμε πάρει χαμπάρι το τι γινόταν.
Ήδη στην Κορέα. Ο Γεώργιος Ρούσσης με συναδέλφους του (Δεύτερος από δεξιά) Μας φορτώνουν και μας κατεβάζουν πίσω από ένα ύψωμα. Εγώ ήμουν προωθημένη διμοιρία. Ανεβαίνουμε µε τα πόδια, φτάνουμε απάνω. Βρίσκουμε έναν Αμερικανό, έναν Πορτορικάνο κι ένα Κορεάτη. Άντε να συνεννοηθείς τώρα.
Βγάζει ο Αμερικάνος το πολυβόλο το δικό του και βάζει το δικό µου. Αυτός είχε υδρόψυκτο πολυβόλο εγώ είχα αερόψυκτο. Έκαιγες τα χέρια σου, κάθε τόσο έπρεπε να αλλάζεις κάνη. Άναβε, κοκκίνιζε. Διαστέλλονταν η κάνη, έριχνες αλλά οι σφαίρες έπεφταν στα 50 μέτρα.
Μόλις ανεβήκαμε εμείς και παραλάβαμε το ύψωμα οι Αμερικάνοι τρύπωξαν στα σλίπιγκµπαγκ και κοιμήθηκαν. Πεθαμένοι ήταν. Ά ρε μπαγάσα λέω από μέσα µου θα στο φάω εγώ το πολυβόλο. Τι κάνω λοιπόν, ανεβαίνω πάνω στ’ αμπρί βγάζω κάμποσα τσουβάλια χώμα και χώνω μέσα το πολυβόλο το αμερικάνικο. Ρίχνω πάλι από πάνω τα σακιά. Το 'κρυψα καλά. Σηκώνονται να φύγουν, ψάχνει ο Αμερικάνος, άφαντο το πολυβόλο. Βάζει τις φωνές, έρχονται κι άλλοι, ψάχνουν δεν βρίσκουν τίποτα. Εγώ, το κορόιδο. Από κάτω τα αυτοκίνητα περίμεναν. «Γγκρίκο, γκρίκο" έλεγε στους άλλους. Κατάλαβε. Τι να κάνει όμως; Έφυγε. Μόλις πέρασε λίγη ώρα πιάνω τον υπολοχαγό. Έπρεπε να το πω. Βάζει τις φωνές. "Τι έκανες βρε, θα µας περάσουν στρατοδικείο. Μη το βγάζεις κάμποσες μέρες να ιδούμε τι θα γίνει".
Ο τύπος του υδρόψυκτου πολυβόλου για το οποίο μιλάει ο Γ. Ρούσσης.
Διακρίνεται το τεπόζιτο νερού και η σύνδεσή του με την κάνη την οποία και έψυχεΆρχισαν οι μάχες, πέρασαν καμιά εικοσαριά μέρες, το ξέθαψα και το έβγαλα απάνω. Έπιανα τη σκαντάλη και κελαηδούσε. Δέκα χιλιάδες σφαίρες είχα χρεωθεί σ᾿ αυτό το ύψωμα, δυο χιλιάδες παρέδωσα. "Πού το βρήκες αυτό;" Ρωτούσαν όλοι. "Το αγόρασα από τους Αμερικάνους" έλεγα. Σ' αυτό το ύψωμα χάσαμε πολλά παιδιά στις ενέδρες. Μας τα φέρναν πίσω στο τσουβάλι. Μετά από τις μάχες σ’ αυτό το ύψωμα γύρισαν πάλι οι Αμερικάνοι να µας αντικαταστήσουν. Μας είπαν ψέματα ότι θα πάμε στα μετόπισθεν να ξεκουραστούμε. Δυο μήνες είχαμε. Κρύο, Φοβερό. Βάζαμε δυναμίτες ν᾿ ανοίξουμε χαρακώματα. Παγωμένη η γης σ’ ένα μέτρο βάθος.
Είχαν διαλύσει οι Κινέζοι δυο τάγματα αμερικάνικα σ’ ένα ύψωμα. Εμείς υπαγόμασταν στο 15ο σύνταγμα. Είχε τέσσερα τάγματα. Το κόκκινο, το άσπρο, το μπλε και το 4ο το δικό µας. Spartan το λέγαν, Σπαρτιάτες δηλαδή. Αυτά τα τρία τάγματα ήταν εκτός μάχης. Κάναν και τα τρία επιθέσεις πάνω σ᾿ αυτό το ύψωμα κι είχαν πολλές απώλειες. Ἠρθε λοιπόν η σειρά του δικού µας τάγματος, Μας παίρνουν και µας παν σ’ αυτό το ύψωμα. Αλλά δεν χωρούσε παραπάνω από ένα λόχο. Ανεβάζουν τον 3ο λόχο τον δικό µου, Έρχεται ο διοικητής, "Παιδιά έχουμε μια μεγάλη αποστολή και πρέπει αυτό το ύψωμα πάση θυσία να το κρατήσουμε. Διότι εμείς έχουμε την φήμη ότι είμαστε πολεμισταί..." και άλλα τέτοια.
Το ύψωμα ήταν προωθημένο μέσα στο έδαφος της Βόρειας Κορέας κι ήταν το ψηλότερο απ’ αυτά που κρατούσαν τα Ηνωμένα Έθνη. Γι’ αυτό γίνονταν σφοδρές επιθέσεις κι απ’ τις δυο πλευρές. Το παίρναν οι Κινέζοι. Επίθεση οι Αμερικανοί, αντεπίθεση οι Κινέζοι, μήνες αυτή οι δουλειά. Έβαζε το πυροβολικό κι η αεροπορία ασταμάτητα. Που να ζήσει άνθρωπος εκεί απάνω.
Ανεβαίναμε λοιπόν εμείς αποβραδίς. Ως το πρωί έπρεπε να φκιάσουμε χαρακώματα. Τι να δεις; Τα θυμάμαι και λέω: "Εγώ τα έζησα αυτά;" Οι Κινέζοι απέναντι στα διακόσια μέτρα. Αρχίσαμε να σκάβουμε. Βρόμα αφόρητη. Οι πλαγιές γύρω-γύρω γεμάτες κομματιασμένα πτώματα. Κεφάλια, χέρια, πόδια. "Που πάμε ρε παιδιά; Εδώ θα τελειώσουμε" λέγαμε. Το ύψωμα το λέγαν Χάρυ, αλλά οι Έλληνες το λέγαν Χάρο και Γολγοθά. Αρχίζουμε το σκάψιμο, πτώματα παραχωμένα, ομαδικοί τάφοι. Έσκαβα. Αμερικάνος, παρακάτω Κινέζος, παραδίπλα άλλος. Και τι φοβερή μυρουδιά. Πώς βρομάει ο άνθρωπος Θεέ μου! Μας είχαν δώσει κάτι σπρέι για την μύτη. Τί να σε κάνουν τα σπρέι; Ούτε να φάμε ούτε να πιούμε. Δουλειά σκληρή για να μπορέσουμε να τρυπώξουμε πριν ξημερώσει. Κάναμε ό,τι μπορούσαμε, βοηθούσαν και οι Νοτιοκορεάτες. Κουβαλούσαν χώματα, ξύλα χοντρά. Έγινε καλή δουλειά. Πέφταν οι όλμοι, δεν µας έβρισκαν. Ευτυχώς δεν µας χτύπησαν από απέναντι. Τελειώσαμε χωθήκαμε ο καθένας σε μια τρύπα.
Όταν ξημέρωσε καλά, είδαμε το ύψωμα απέναντι. Ήταν ψηλότερο από το δικό µας. Αρχίζουν τα πρώτα βλήματα. Τραυματίζονται δυο δικοί μας. Ήρθαν τους πήραν.
Ο λόχος µας από τα 120 άτομα που είχε αρχικά, είχε μείνει µε 90. Είχαμε φθορές απ’ τα προηγούμενα μέτωπα. Απ’ το ένα μέτωπο στο άλλο ανάσα δεν πήραμε. Εφτά μήνες πόλεμο.
Την άλλη το βράδυ έρχονται δυο αξιωματικοί Αμερικάνοι κι ένας Έλληνας. Ήταν απ’ το Α2, το γραφείο πληροφοριών. Κάναν έλεγχο στα οχυρά. Μόλις σουρούπωσε έρχεται διαταγή: "Καθένας στη θέση του, έχουμε κινέζικη επίθεση". Απέναντι ολόκληρο σύνταγμα Κινέζικο. Κατά τις 11 το βράδυ άρχισαν να πέφτουν τα φωτιστικά βλήματα. Έφεγγε ο τόπος. Μπροστά τα Κινέζικα υψώματα γυμνά. Μαύριζαν οι πλαγιές από Κινέζους. Σα δεντράκια πυκνά φαίνονταν. Έρχονταν, πλησίαζαν. Αρχίζουν τα τηλέφωνα, διαταγή να μπούμε στα αμπριά.
Το αμερικάνικο πυροβολικό από τα μετόπισθεν αρχίζει να ρίχνει. Περνούσαν τα βλήματα εκατό-εκατό πάνω απ’ τα κεφάλια µας. Ένα πύρινο τείχος μπροστά µας. Οι Κινέζοι σαν κουρδισμένοι. Μπουλούκια ανά εκατό, κόπηκε το αίμα µου. Στα εκατό μέτρα μπροστά µου τους έβλεπα. Λέω: "Παναγιά µου πόσοι είναι; Έχω εγώ τόσες σφαίρες;". Είχαν μαζέψει τα μπατζάκια τους απάνω κι έρχονταν ουρλιάζοντας σαν τα σκυλιά τα λυσσασμένα. Αρχίζω να γαζώνω. Ήμουν απέναντι από το μονοπάτι, αλλά αυτοί έρχονταν από όλες τις πάντες. Δεν σταματούσα να ρίχνω. Τους έβλεπα, ήταν σα μέρα. Δύο ομοβροντίες εκρηκτικά μια ομοβροντία φωτιστικά. Έρχονταν και σταματημό δεν είχαν. Τι άνθρωποι ήταν αυτοί. Να πατούν απάνω στα πτώματα και να πλησιάζουν. Δέκα χιλιάδες σφαίρες έριξα. Σταματούσα και τραβούσα τους κάλυκες από κάτω γιατί μπούκωνε. Δύο παιδιά δικά μας ξεψύχησαν στην αγκαλιά μου. Όταν άκουσα που χτυπήθηκε ο πρώτος πετάχτηκα απ’ έξω από το πολυβολείο. Τον αρπάζω στα χέρια, χουχούλαζε το αίμα. Τελείωσε, έσβησε στο άψε σβήσε. Δεν περνάει καμιά ώρα βλέπω τον άλλο. 5 νεκρούς είχαμε σε αυτή τη μάχη.
Αφού έληξε η πρώτη επίθεση θαρρούσαμε ότι σταμάτησαν. Αμ δε. Αρχίζει δεύτερη. Μιλιούνια έρχονταν κι έπεφταν. Μερικοί κατάφερναν να περάσουν ως τα χαρακώματα. Τους κάρφωναν οι δικοί µας µε τις ξιφολόγχες. Είχαμε µπει σε μια ψυχολογία που δεν μπορεί να καταλάβει όποιος δεν το έζησε. Παράξενο πράγμα ο άνθρωπος. Πριν απ’ αυτές τις μάχες ρωτούσαμε: "Τι δουλειά έχουμε στην Κορέα;" "Να σκέφτεστε ότι πολεμάτε στην πατρίδα", έλεγαν οι αξιωματικοί. "Είμαστε εδώ για να πολεμήσουμε τον Διεθνή Κομμουνισμό!". Κουραφέξαλα λέγαμε από μέσα µας. Την ώρα της μάχης τίποτα απ’ αυτά δεν σκεφτόμασταν. Ήμασταν μια μηχανή. Τρεις χιλιάδες χειροβομβίδες έπεσαν σ᾿ αυτές τις μάχες που κράτησαν τρεις μέρες. Όταν ξημέρωσε τι να δεις, Στοίβα τα πτώματα ως μπροστά στα πολυβολεία. Ένας Κινέζος αξιωματικός µε μεγάλο βαθμό µε κόκκινα σιρίτια μπροστά-μπροστά σκοτωμένος, Ο Διοικητής µε όσα έβλεπε από τα μετόπισθεν έλεγε: "Ο 3ος λόχος έχει τελειώσει. Δεν μπορεί να έζησε άνθρωπος απάνω εκεί".
Πέρασε η νύχτα, σταμάτησαν τα πυρά. Τα χαράματα έφτασαν δύο αμερικανικά τζέιµς γεμάτα φορεία να παραλάβουν νεκρούς και τραυματίες. Κατεβάσαμε δεκαοχτώ τραυματίες και πέντε νεκρούς. Οι Αμερικάνοι δεν το πίστευαν πως ήταν τόσο λίγοι. Είχαμε διαλύσει δυο τάγματα. Μας μαζεύει παραπίσω ο διοικητής. Μας αγκάλιαζαν οι αξιωματικοί "Καλά µας ονομάζουν Σπαρτιάτες. Πολεμήσατε σαν Έλληνες, Τώρα παγκόσμια θ’ ακουστεί τ’ όνομά µας" µας έλεγαν. Και πράγματι όλα τα τάγματα-ήταν από δεκατρία έθνη που πήραν μέρος- µας βλέπαν και µας χαιρετούσαν. "Έλληνες Σπαρτιάτες" φωνάζαν. "Τι Σπαρτιάτες; Εδώ απάνω θα µας φυτέψουν. Τι θέλουμε εμείς εδώ; Πως θα γλιτώσουμε;". Αλλά αυτά τα σκεφτόμασταν, δεν τα λέγαμε.
Σ’ ένα άλλο μέτωπο που µας πήγαν αμέσως μετά το Χάρυ, οι Κινέζοι είχαν διαλύσει ολόκληρη μεραρχία από Νοτιοκορεάτες, Ακούγαμε ότι πλησιάζει η ανακωχή. Οι Κινέζοι θέλαν να κερδίσουν έδαφος. Το ίδιο και οι Αμερικάνοι. Γινόταν λοιπόν κι απ’ τις δυο πλευρές προσπάθειες να πάρουν εδάφη ο ένας απ’ τον άλλο. Χωριά, πολιτείες ισοπεδωμένες, υψώματα. Μετά την υπογραφή της ανακωχής θα έμεναν σ᾿ όποιον τα είχε εκείνη την στιγμή.
Με συναδέλφους στρατιώτες σε ώρα ανάπαυλας ( Ο Γεώργιος Ρούσσης πρώτος κάτω δεξιά) Μετά απ’ το Χάρυ µας μετέφεραν σε μια άλλη περιοχή να κόψουμε την επέλαση από δυο κινέζικες Μεραρχίες. Αρχίσαμε ν’ αντιδρούμε. Από μέτωπο σε μέτωπο, τόσες απώλειες. Ούτε μέρα στα μετόπισθεν. "Έχουμε πολλά να τραβήξουμε ακόμα" λέγαμε μεταξύ µας.
Απ’ την ώρα που φτάσαμε στο καινούργιο μέτωπο, ύπνο δεν είδαμε. Μια ώρα το πολύ, όρθιοι σαν τα άλογα. Τη νύχτα έκαναν επίθεση. Τη μέρα άρχιζαν τα βλήματα. Πώς να κλείσεις µάτι, Είχαμε μάθει να µη κοιμόμαστε. Στη νέα θέση που µας πήγαν γεμάτες οι πλαγιές µε σκελετούς από παλιές μάχες. Πέφτω µες το χαράκωμα να κοιμηθώ. Είχα άυπνος δυο μερόνυχτα.
Με συνάδελφο σε ώρα ηρεμίας Δεν είχα κοιμηθεί ούτε ένα τέταρτο και βλέπω ένα όνειρο. Ήταν ένα τολ βαθύ, φωτεινό. Απ’ το βάθος έρχονταν μια γυναίκα ασπροντυμένη σαν τη Παναγιά. Προχωρούσε και μιλούσε και το τολ αντιβούιζε: "Εδώ απόψε θα γίνει ένα μεγάλο κακό" µου έλεγε και µε πλησίαζε. "Αλλά εσύ µη φοβηθείς". Λαχτάρησα, πετάχτηκα απάνω. Σταυροκοπιόμουν. Ήμουν θρήσκος πολύ. Πίστευα. "Τι έπαθες;" ρωτάει ένας δίπλα µου. "Τίποτα δεν έπαθα, είδα αυτό τ’ όνειρο". "Άντε ρε, τα πιστεύεις αυτά;". Το πρώτο βλήμα τον σκότωσε την άλλη μέρα...
Ζητάω τον υπολοχαγό στο τηλέφωνο. Πολύ θρήσκος κι αυτός "Κάτσε Ρούσση να δούμε. Θα δείξει τι σημαίνει τ’ όνειρό σου".
Μόλις σουρούπωσε τα τηλέφωνα άναψαν. Ήταν μαγνητικά. Μιλούσε ένα κι ακουγόταν σ' όλα τα τηλέφωνα του λόχου. Έρχονταν μια μεραρχία Κινέζοι για επίθεση. Αμέσως έβαλα στο νου µου τ' όνειρο κι άρχισα να τρέμω. Μόλις δόθηκε το σύνθημα πυρός και πάτησα την σκαντάλη πάει έφυγε κι η τρεμούλα. Πόσους σκότωσα και σ’ αυτή τη μάχη ούτε ξέρω. Είχα έναν φαντάρο δίπλα µου έξω απ’ το πολυβολείο στο χαράκωμα να µε καλύπτει από γύρω. Εγώ απ' τη θυρίδα έβλεπα μονάχα μπροστά. Τον άκουγα. Είχε ένα Μ1 που έριχνε όταν πλησίαζε κανένας Κινέζος. Καμιά φορά ακούω μια φωνή μέσα στο χαλασμό. Βγαίνω και βλέπω να τον τραβούν δυο Κινέζοι Παρατάω το πολυβόλο! Βγάζω το πιστόλι, βάζω ένα γεµιστηράκι µε οχτώ σφαίρες. Ορμάω έξω απ᾿ το χαράκωμα δυο βήματα. Μ’ αρπάζουν από πίσω. Γυρίζω να δω και καταλαβαίνω ότι ήταν Κινέζος. Σφύριζε µ’ ένα παράξενο σφύριγμα να έρθει και κανένας άλλος να τον βοηθήσει. Κάνω μια νευρική κίνηση και γυρνάω απότομα. Όπως έπεσε στο πλάι του αδειάζω και τις οχτώ σφαίρες. Ξαναγεμίζω και βγαίνω απ’ έξω ακάλυπτος. Τον δικό µας εν τω μεταξύ τον είχαν τραβήξει μακριά. Τον έβλεπα, φέγγανε τα φωτιστικά. Οι σφαίρες σφύριζαν σα μέλισσες γύρω µου. Δεν ξέρω τι είχε γίνει μέσα µου, δεν φοβόμουν τίποτα. Σκεφτόμουν: "Μου το είπε η Παναγιά ότι δεν θα πάθω τίποτα". Σημαδεύω, ρίχνω δυο σφαίρες. Φοβόμουν μην χτυπήσω τον δικό µας. Πετυχαίνω τον έναν Κινέζο. Ο δεύτερος το βάζει στα πόδια. Δεν μπόρεσα να τον πετύχω. Αρπάζω στον ώμο τον δικό µας τον ρίχνω μες το χαράκωμα. Είχε τραυματιστεί ο φουκαράς χαμηλά στο πόδι. Διαμπερές τραύμα. Κόβω τη μπότα, δένω έναν επίδεσμο. Αυτός ούρλιαζε. Τον τακτοποιώ. Λούφαξε. Σταμάτησε κι η επίθεση. Ξημερώνει το πρωί. Είχαμε 12 νεκρούς. Έρχονται οι αξιωματικοί, έρχεται κι ο υπολοχαγός που του είχα πει το όνειρο µου. Μ᾽ αγκάλιαζε. Άρχισε να λέει για τ' όνειρο και στους άλλους. Τέλος πάντων πέρασε κι αυτό. Αλλά η κούραση µας ήταν τρομερή. Μαθεύτηκε ότι η ανακωχή θα γίνει στις 27 Ιουλίου στις 10 το βράδυ. Τι ήταν αυτό που έγινε τότε! Καίγαν τα πυρομαχικά κι οι Κινέζοι κι οι Αμερικάνοι. Ό,τι προλάβουν να καταλάβουν να το βρει η ανακωχή στα χέρια τους. Ανταμώναν τα βλήματα στον αέρα, να χάνεις το μυαλό σου. Από τις 10 το βράδυ και μετά ούτε πιστολιά. Παύση πυρός. Ν΄ ακούς απ᾿ απέναντι ουρλιάσματα και τραγούδια οι Κινέζοι, ν᾿ αγριεύεσαι.
Μόλις έφεξε τι να δεις; Σαν μερμηγκοφωλιά στον απέναντι λόφο. Πού ήταν τόσος κόσμος; Μετά την ανακωχή άρχισε η ανταλλαγή αιχμαλώτων κι εμείς πήραμε διαταγή να φύγουμε στα μετόπισθεν για ασκήσεις. Με ειδοποιούν εμένα και μερικούς άλλους να παρουσιαστούμε στη διαχείριση. Πήγαμε και χορτάσαμε ύπνο. Εκεί είχε έναν Νοτιοκορεάτη που ήξερε ελληνικά. Από εκεί µας στέλνουν στην Ιαπωνία. Δυο ώρες µε τ’ αεροπλάνο. Κέντρο διερχομένων Ηνωμένων Εθνών. Εστιατόρια, Γιαπωνέζες σερβιτόρες σοβαρές. Περιποίηση, καλό φαΐ, κρεβάτια με κουνουπιέρες, ό,τι ήθελες. Σαν στρατηγοί. Όταν βγαίναμε έξω τρέχαν από κοντά µας οι Γιαπωνέζοι κι οι Γιαπωνέζες να βγάλουμε φωτογραφία. Τους Αμερικάνους δεν τους χώνευαν καθόλου. Μας πήγαν και στη Χιροσίμα. Δέκα χρόνια δεν είχαν περάσει από τότε που χαν ρίξει τη μπόμπα. Μας έκαναν μια ένεση και µας πέρασαν μέσα απ’ την πόλη µε το λεωφορείο χωρίς να κατέβουμε. Μια πόλη μεγάλη σαν το Βόλο. Στο Κέντρο που έπεσε η μπόμπα ήταν όλα καμένα, ισοπεδωμένα. Αλλά παραέξω τα κτίρια ήταν όρθια και τα δέντρα ξερά.
Ξαναγυρίσαμε πάλι στην Κορέα, αλλά ο πόλεμος σχεδόν είχε σταματήσει. Έφτασε και η 15η αποστολή να µας αντικαταστήσει εμάς που ήμασταν η 13η αποστολή και αυτούς της 14ης.
Εκείνο το βράδυ κάναμε γλέντι. Αλλά χωρίς να µας αφήνουν να πιούμε ούτε μπύρα. Στο καράβι όταν ερχόμασταν γνώρισα έναν Ελληνοαμερικάνο, είχαμε γίνει καλοί φίλοι. Μου χάρισε ένα γραμμόφωνο και κάτι ελληνικές πλάκες ρεμπέτικα. Το ξεπατώσαμε εκείνο το βράδυ. "Θα δούμε τη γαλάζια πατρίδα" λέγαμε, Δεν το χωρούσε ο νους µου ότι έζησα.
Το πρωί, µας ανεβάζουν στο τρένο και ξανά στο Πουσάν. Ήταν εκεί το καράβι που έφερε την 15η αποστολή.
Μας πήγαν στο νεκροταφείο. Εκεί στο Πουσάν ήταν το μεγάλο συμμαχικό νεκροταφείο. Βρήκαμε όλους αυτούς που σκοτώθηκαν. Είχαμε ταξιδέψει στον ερχομό μαζί πριν δέκα μήνες. Τώρα αυτοί θα κάθονταν εδώ. Στους σταυρούς κρεμασμένες οι μεταλλικές ταυτότητες µε τ’ όνομα του καθενός. Τι χρωστούσαν; Τι χρωστούσαμε να έρθουμε ως εδώ; Ποιος µας ρώτησε; Χάλασε η διάθεση µου. Αντί να χαίρομαι που γυρίζω πίσω είχα βαριοκαρδίσει. Μόλις ανεβήκαμε στο καράβι όσο ξεμακραίναμε τόσο ζωήρευαν οι φαντάροι. Δεν µας έδιναν όμως να πιούμε τίποτα. Κάτι κοκακόλες μονάχα. Πιάστηκα στα χέρια μ’ ένα Βέλγο. Του τραβάω µία, πάρτον κάτω. Με βάλαν στο πειθαρχείο. Αλλά ήρθε ο Τζανέτος ο λοχαγός και μ’ έβγαλε.
Με τα παράσημα στην στολή Περάσαμε από λιμάνια καινούργια. Φτάσαμε στην Ερυθρά Θάλασσα, πιάσαμε Σμύρνη ν᾿ αφήσουμε τους Τούρκους που είχαμε μαζί. Σύμμαχοι βλέπεις... Εμάς τους Έλληνες δεν µας άφησαν να κατέβουμε. Κατέβηκαν Αμερικάνοι, Εγγλέζοι, Βέλγοι. Εμείς όχι. Τέτοιοι σύμμαχοι ήμασταν...
Μπήκαμε στον Πειραιά. Μας πήραν είδηση κι άρχισαν τα καράβια να σφυρίζουν, βούιζε το λιμάνι. Στην προβλήτα συγγενείς, κόσμος περίμενε. Εγώ δεν περίμενα κανέναν, δεν είχα ειδοποιήσει. Μόλις πάτησα το πόδι µου στη γη μ᾽ αγκαλιάζει μια μαυροφόρα "Παιδάκι µου καλωσόρισες, αλλά το δικό µου το παιδάκι πού είναι;" Και πάρτην κάτω, μπολιάστηκε. Την σήκωσαν, την πήραν δεν την ξαναείδα. Με πήραν κι εμένα τα κλάματα. Στέλναν ειδοποίηση στα σπίτια όταν σκοτώνονταν κάποιος στην Κορέα. Έτσι το µάθαιναν οι συγγενείς.
Παίρνω ταξί πηγαίνω στο μπάρμπα µου, αδερφό της μάνας µου, ήταν αστυφύλακας στην Αθήνα. Με είδαν μπροστά τους, δεν ξέραν, δε με περίμεναν. Σε κανα δυο μέρες έφτασα στο Βόλο, κι από κει ανέβηκα στη Ζαγορά. Ήταν 3 Δεκεμβρίου του 1953. Κοιμήθηκα και την επαύριο πήγα για μεροκάματο µε τα στρατιωτικά στο Μήτσο τον Τσανάκα. Είχε ένα χτήμα εδώ στην Κακάβα..."
_______________________________







.jpg)

