Τετάρτη 1 Μαΐου 2024

Είναι η σειρά τους να τον βοηθήσουν τώρα

IT'S THEIR TURN TO HELP HIM NOW
Ποιος Ζαγοριανός, σωτηρίτης τουλάχιστον, πάνω από 55-60 χρονών, δεν θυμάται τον μπαρμπα-Βαγγέλη τον Τσαλούχα με την βαριά, δυνατή φωνή και τον... επίμονο βήχα! Άνθρωπος νοικοκύρης, καλοπροαίρετος, καταδεκτικός και πάντα καλοδεχούμενος στην παρέα...

Ο Βαγγέλης Τσαλούχας (μέσον) μαζί με τους φίλους του
 
Ο μπαρμπα-Βαγγέλης λοιπόν, σε κάποια στιγμή της ζωής του, αποφάσισε να φύγει από την Ζαγορά για την μακρινή Αυστραλία. Σίγουρα η αναζήτηση μιας καλύτερης τύχης, μέσα από κάποια ίσως πιο προσοδοφόρα δουλειά στην χώρα εκείνη, τον έκανε να πάρει μια τόσο μεγάλη απόφαση. Η απόφασή του αυτή, απ' ό,τι φαίνεται, ήταν ώριμη και σοβαρή, γιατί λίγες μέρες πριν την αναχώρηση του πλοίου επισκέπτεται δικηγόρο στην Αθήνα και καθιστά γενικό πληρεξούσιο την σύζυγό του Σταυρούλα σε κάθε τι που σχετίζονταν με το πρόσωπό του στην Ελλάδα... Και στις 18 Οκτωβρίου του 1956 ξεκινά για την Αυστραλία.

Όμως δεν πήγαινε εντελώς "στο άγνωστο". Πήγαινε σε φίλους! Φίλους που απέκτησε με τον ηρωισμό του στην διάρκεια της Γερμανοϊταλικής κατοχής. Βέβαια, το ηρωικό του φρόνημα και το γεγονός ότι "δεν κάθονταν φρόνιμα" μπροστά στον κατακτητή και στα όσα επέβαλλε αυτός, κάποια στιγμή το πλήρωσε αρκετά ακριβά...
 _______________________________________

Αλλά ας δούμε όμως λεπτομερέστερα αυτή την πτυχή της ζωής του μέσα από το άρθρο της αυστραλιανής εφημερίδας "Τhe Canberra Times". Το άρθρο φέρει τον τίτλο:

"ΕΙΝΑΙ Η ΣΕΙΡΑ ΤΟΥΣ ΝΑ ΤΟΝ ΒΟΗΘΗΣΟΥΝ ΤΩΡΑ" 
Φίλος από τον πόλεμο που έχει ανάγκη βρίσκεται πάλι μαζί με φίλους.
"The Canberra Times", Παρασκευή 12 Ιουλίου 1957, σελίδα 3

Δραματικές αποδράσεις Αυστραλών στρατιωτών από μια Ελλάδα καταβεβλημένη απ' τα γερμανικά στρατεύματα, οργανωμένες από έναν Έλληνα που αργότερα συνέλαβαν και βασάνισαν οι κατακτητές της χώρας του, περιέγραψαν χθες στην Καμπέρα τρεις άνδρες των οποίων οι ζωές συνδέθηκαν κατά την διάρκεια της δοκιμασίας.

Απόκομμα της εφημερίδας "The Canberra Times"
12 Ιουλίου 1957. Στο κέντρο ο Ευάγγελος Τσαλούχας.

Αγρότης την ημέρα, ο Έλληνας, περνούσε τις περισσότερες νύχτες του ψάχνοντας, κρύβοντας και οργανώνοντας τις αποδράσεις των Βρετανών στρατιωτικών. Έβγαλε περίπου 100 στρατιωτικούς από την Ελλάδα, οι 70 απ' τους οποίους ήταν Αυστραλοί. Η παραπάνω φωτογραφία, που τραβήχτηκε χθες στην Καμπέρα, δείχνει (στο κέντρο) τον Έλληνα, Ευάγγελο Τσαλούχα, και δύο από τους Αυστραλούς που έβαλε στο δρόμο προς την ελευθερία. Είναι (αριστερά) ο C. C. Campbell, από το  Wauchope και ο T. C. Harvey, δάσκαλος στο Τεχνικό Κολλέγιο της Καμπέρα. 

Η γενναιότητα και η ικανότητα του κ. Τσαλούχα απέσπασαν έπαινο (φωτογραφία, δεξιά) από τον Ανώτατο Συμμαχικό Διοικητή στο Θέατρο Επιχειρήσεων της Μεσογείου, Στρατάρχη Harold Alexander που έλεγε:  

«Το πιστοποιητικό αυτό απονέμεται στον Ευάγγελο Στεργίου Τσαλούχα ως ένδειξη ευγνωμοσύνης και εκτίμησης για τη βοήθεια που πρόσφερε στους Ναύτες, Στρατιώτες και Αεροπόρους της Βρετανικής Κοινοπολιτείας των Εθνών, δίνοντάς τους την δυνατότητα να αποδράσουν ή να αποφύγουν τη σύλληψη από τον εχθρό».

Ο έπαινος προς τον Ευάγγελο Τσαλούχα

Ο κ. Campbell, ο οποίος τώρα διευθύνει ένα γκαράζ στο Wauchope, δραπέτευσε μαζί με άλλους Αυστραλούς ενώ οδηγούνταν προς τη Γιουγκοσλαβία. Ερωτηθείς χθες να περιγράψει την απόδραση, το μόνο που είπε ήταν: «Δεν μας άρεσε η μεταχείριση, οπότε φύγαμε». Τόσο ο κ. Campbell όσο και ο κ. Harvey παρελήφθησαν χωριστά από τον κ. Τσαλούχα που τους έκρυψε για λίγο, και στη συνέχεια μεταφέρθηκαν σε ένα μικρό αλευρόμυλο. Εκεί ο κ. Τσαλούχας συγκέντρωσε άλλους εννέα Αυστραλούς στρατιωτικούς και δουλεύοντας μέσω της ομάδας των πατριωτών στην οποία ανήκε, κατηύθυνε τη διαφυγή των 11 από την ηπειρωτική Ελλάδα. Διαδοχικά ψαροκάϊκα τους μετέφεραν στη Σκιάθο, σε άλλο ελληνικό νησί, μετά στη Σκύρο κι' από εκεί στην Τουρκία. Επισήμως φυλακίστηκαν από τους Τούρκους, αλλά τους επετράπη να μείνουν χωρίς φρούρηση σε μια πανσιόν και αργότερα στάλθηκαν με πλοίο στην Παλαιστίνη, όπου, όπως είπαν χθες ο κ. Campbell και ο κ. Harvey, βρέθηκαν «ξανά στο στρατό».

Εν τω μεταξύ, ο κ. Τσαλούχας είχε κινήσει τις υποψίες των αρχών. Γερμανοί και Ιταλοί στρατιώτες τον συνέλαβαν, χτύπησαν τη γυναίκα του όταν προσπάθησε να παρέμβει, πέταξαν τα παιδιά τους στο δρόμο, έσπασαν τα έπιπλα, ισοπέδωσαν το σπίτι.

Ο κ. Τσαλούχας κρεμάστηκε από τους αστραγάλους με τους ώμους του ακουμπισμένους στο πάτωμα. Μαστιγώθηκε και υπέστη ανάκριση τρίτου βαθμού για 13 ημέρες με μια μικρή ανάπαυλα, αλλά αρνήθηκε να αποκαλύψει πού βρίσκονταν οι άλλοι Βρετανοί στρατιώτες στην Ελλάδα. Μετά την έκτη ημέρα, είπε, ήταν σε τέτοια κατάσταση που δεν θα μπορούσε να τους πει τίποτα έστω κι αν το ήθελε. Ένας Γερμανός αξιωματικός τελικά παρενέβη, διέταξε την απελευθέρωσή του, τον πήρε σε ένα αυτοκίνητο στα μισά του δρόμου προς το σπίτι του στην πλαγιά του βουνού και στη συνέχεια τον άφησε.

Η ειρήνη έχει αποδειχθεί σχεδόν τόσο δύσκολη δοκιμασία για τον κ. Τσαλούχα όσο και ο πόλεμος. Ο κ. Campbell χρηματοδότησε τη μετανάστευσή του στην Αυστραλία, στην οποία έφτασε τον Οκτώβριο του περασμένου έτους, και τον φρόντισε στο Wauchope.

Η πλευρίτιδα τον ακινητοποίησε για τρεις μήνες, στη συνέχεια βρήκε δουλειά σε ένα ξυλουργείο. Σηκώνοντας ξυλεία, τραυμάτισε την πλάτη του, για την οποία εξακολουθεί να λαμβάνει ιατρική περίθαλψη.

Ο κ. Campbell και ο κ. Τσαλούχας έφυγαν από την Καμπέρα για το Wauchope χθες το βράδυ, αλλά ο κ. Harvey έχει τώρα κανονίσει, για τον φίλο του απ' τον πόλεμο που βρίσκεται σε ανάγκη, να επιστρέψει στην Καμπέρα και να μείνει στο σπίτι του στη Narrabundah μέχρι να μπορέσει να βρει μια δουλειά κατάλληλη για τη φυσική του κατάσταση.

Ο κ. Τσαλούχας, ο οποίος είναι 50 ετών, θέλει μόνο δύο πράγματα, μια δουλειά που να μπορεί να την κάνει και την επανένωση με την οικογένειά του στην Αυστραλία. Ο πρόεδρος της ελληνικής κοινότητας στην Καμπέρα, κ. John Cassidy, έχει υποσχεθεί να βοηθήσει στην προσπάθειά τους να οργανώσουν τη μετανάστευσή τους".

______________________________________

Η επιθυμία τελικά του μπαρμπα-Βαγγέλη να επανενωθεί με την οικογένειά του στην Αυστραλία δεν πραγματοποιήθηκε. Επέστρεψε στην Ζαγορά μετά από δύο σχεδόν χρόνια παραμονής και εργασίας εκεί αφού είχε βοηθήσει οικονομικά, όσο περνούσε απ' το χέρι του, την οικογένειά του σ' εκείνη την δύσκολη περίοδο...

Το διαβατήριο του Ε. Τσαλούχα
__________________________________

Ευχαριστούμε τον  κύριο Βαγγέλη Στεργίου Τσαλούχο, εγγονό του μπαρμπα-Βαγγέλη, που είχε την καλοσύνη να μας δώσει προς φωτογράφιση, από το οικογενειακό του αρχείο, το υλικό της παρούσας ανάρτησης.

__________________________________

Ενημέρωση ανάρτησης: 17/02/2026

Στο άρθρο της "Canberra Times" στο σημείο που μιλάει για την βοήθεια που προσέφερε στους στρατιώτες των συμμαχικών δυνάμεων ο μπαρμπα Βαγγέλης, διαβάζουμε: 
..."Διαδοχικά ψαροκάϊκα τους μετέφεραν στη Σκιάθο, σε άλλο ελληνικό νησί, μετά στη Σκύρο κι' από εκεί στην Τουρκία"...
Προφανώς, οι στρατιώτες που συγκέντρωνε και φυγάδευε ο μπαρμπα- Βαγγέλης από την περιοχή μας δεν ακολουθούσαν την διαδρομή Κουλούρι Βένετου - παράλια Τουρκίας, αλλά μία διαφορετική η οποία είχε την αρχή της στην Σκιάθο. 
Γι'  αυτήν ακριβώς τη διαδρομή βρήκαμε αρκετά στοιχεία στο βιβλίο της Αικατερίνης Κουρκούμπα Δελακουβία "Η ΣΚΙΑΘΟΣ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΘΥΕΛΛΑΣ". Στο κεφάλαιό του που έχει τίτλο: "Δίκτυο διαφυγής και διάσωσης συμμάχων", διαβάζουμε: 
" Όταν οι Γερμανοί κήρυξαν τον πόλεμο κατά της Ελλάδας, οι Άγγλοι αποβίβασαν 50.000 στρατιώτες προς ενίσχυση του ελληνικού στρατού. Ύστερα από έναν επικό αλλά άνισο αγώνα εναντίον γερμανικών μεραρχιών, μηχανοκινήτων και θωρακισμένων, αγώνα κατά τον οποίον η φθορά των Γερμανών ήταν τρομερή, μπροστά στη συντριπτική υπεροπλία των εισβολέων η στρατιωτική ηγεσία της χώρας συνθηκολόγησε. Οι Βρετανοί στρατιώτες και αξιωματικοί, μετά την κατάρρευση του μετώπου προσπάθησαν να διαφύγουν κατά μικρές ομάδες προς την Αίγυπτο. Άλλοι κινήθηκαν προς τη Χαλκιδική και οι περισσότεροι προς νότια και ενώθηκαν µε τους υποχωρούντες Έλληνες στρατιώτες στον Όλυμπο, που είχαν συγκεντρωθεί για να αναχαιτίσουν την προέλαση των Γερμανών. Μετά τη διάσπαση της αμυντικής γραμμής του Ολύμπου, ομάδες Άγγλων, Νεοζηλανδών, Αυστραλών και Ελλήνων Αξιωματικών και οπλιτών κινούνται προς τα παράλια της Μαγνησίας προκειμένου να αποφύγουν την αιχμαλωσία και να βρουν τρόπο διαφυγής για την Τουρκία και την Αίγυπτο. 
Ἡ αλυσίδα των νησιών μετά τη χερσόνησο της Μαγνησίας ήταν ένας καλός δρόμος: η Σκιάθος, η Σκόπελος, η Αλόννησος, το Ξερό (Περιστέρα), τα Σκάντζουρα, η Σκύρος, η Χίος και οι Οινούσσες, πολύ κοντά το ένα µε το άλλο και µόνο σε τρεις περιπτώσεις υπάρχουν µεγάλα διαστήματα: από τα Σκάντζουρα στη Σκύρο, από τη Σκύρο στα Ψαρά και από τα Ψαρά στις Οινούσσες.
Έτσι η Σκιάθος, που είναι το πιο κοντινό νησί προς τα παράλια του Πηλίου, απετέλεσε ένα σημαντικό κέντρο διαφυγής συμμάχων, Ελλήνων Αξιωματικών, Εβραίων, που ήθελαν να συνεχίσουν τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, όπου ο πόλεμος συνεχίζονταν. Οι κάτοικοι δέχθηκαν τους ταλαιπωρημένους  ξένους («τα καημένα τα παιδάκια που από τόσο μακριά ήρθαν να πολεμήσουν για µας») µε μεγάλη συγκίνηση και τους παρείχαν κάθε είδους βοήθεια και φιλοξενία. Τους παρείχαν στέγη, τροφή, ρούχα, φάρμακα από το υστέρημά τους. Το Δίκτυο συνεργαζόταν µε την Αγγλική Βάση της Σμύρνης, που παρελάμβανε τους συµµάχους και τους προωθούσε στη συνέχεια στην Αίγυπτο, µέσω Τουρκίας.
Οι Άγγλοι πίεζαν να δίνεται προτεραιότητα στους Άγγλους αξιωματικούς και στρατιώτες, για τους οποίους ήταν πρόθυμοι να δώσουν και λίρες, και να έρχονται σε δεύτερη μοίρα όσοι προέρχονταν από τις αποικίες τους (Ινδοί, Παλαιστίνιοι, Νεοζηλανδοί, Αυστραλοί) και την Κύπρο. Οι Έλληνες βέβαια δεν έκαναν τέτοιες διακρίσεις, καθώς το κίνητρο σ᾽ αυτόν τον επικίνδυνο αγώνα δεν ήταν άλλο, από τον πατριωτισμό, το φιλότιμο και τα ανθρωπιστικά συναισθήματα... 
...Επικεφαλής του κέντρου αυτού στη Σκιάθο ήταν ο Βαγγέλης Χρυσοφάκης, τελώνης που χρημάτιζε και χρέη λιμενάρχη. Έτσι λόγω της καίριας θέσης του προσέφερε πολύτιμες υπηρεσίες για το σκοπό αυτό. Η Επιχείρηση Διαφυγής πλαισιώνονταν κυρίως από άτομα µε νευραλγικές θέσεις και είχε αναπτυχθεί και εξαπλωθεί από το Βόλο, τα παράλια της Φθιώτιδας, τη βόρειο Εύβοια έως τα νησιά των Σποράδων...
Στην συνέχεια η συγγραφέας παραθέτει πάρα πολλά ονόματα συμμετεχόντων στην σημαντική αυτή οργάνωση από τις παραπάνω περιοχές. Κάποιοι από αυτούς σκοτώθηκαν, άλλοι συνελήφθησαν και μεταφέρθηκαν σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως στην Γερμανία ή Ιταλία. Και συνεχίζει:
..."Από τη μελέτη της ιστορίας της Εθνικής Αντίστασης κάνει εντύπωση ότι όχι µόνο οι απλοί άνθρωποι (που θα μπορούσε να πει κανείς δεν είχαν και πολλά πράγματα να χάσουν) αλλά και άνθρωποι της μεσαίας και εύπορης τάξης έκαναν το καθήκον τους στην πατρίδα αψηφώντας τον κίνδυνο".
Έπαινος προς τον Ευάγγελο Χρυσοφάκη από τον Στρατάρχη Harold Alexander, παρόμοιος με αυτόν που απενεμήθη στον Ευάγγελο Τσαλούχα

Ο Βαγγέλης Χρυσοφάκης, κατάγονταν από την Κρήτη. Από αστική οικογένεια, οπαδός του Παπαναστασίου, ιδιαίτερα μορφωμένος και καλλιεργημένος. Άνθρωπος υψηλού ήθους, εντιμότητας, πατριωτισμού και ευφυΐας. Στην ταραγμένη εκείνη εποχή διαμορφώθηκε, αυτός ο εκλεπτυσμένος εστέτ, σε ένα θαρραλέο αγωνιστή, αδάμαστο και ανυποχώρητο. Υπέστη φοβερές και μακροχρόνιες διώξεις και από τους Ιταλούς στις φυλακές και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, αλλά και από τις μισαλλόδοξες ελληνικές κυβερνήσεις της μετεμφυλιοπολεμικής εποχής σε αλλεπάλληλες εξορίες, στην Ικαρία και τη Μακρόνησο. Διώξεις που υπέσκαψαν την υγεία του και τον οδήγησαν σε πρόωρο και οδυνηρό θάνατο"...
Παρόμοια δράση με αυτή του Ευάγγελου Τσαλούχα είχαν κι άλλοι συντοπίτες μας, ίσως όχι τόσο εκτεταμένη, επίμονη και οργανωμένη...
Γράφει το 1991 ο Κώστας Μώρος σε άρθρο του στο περιοδικό "ΛΙΜΝΙΩΝΑΣ" της Ζαγοράς: 
..."Η απόκρυψη, περίθαλψη και διαφυγή των αποκομμένων Βρετανών είναι μια μεγαλειώδης σελίδα της ιστορίας του χωριού και ζητάει τον ερευνητή να την καταγράψει αποθησαυρίζοντας το σκόρπιο υλικό που υπάρχει στα σπίτια των πρωταγωνιστών της ιστορίας" ...
Φωτογραφία δύο Αυστραλών στρατιωτών, που τη χάρισαν στον Κ. Μώρο, όταν τους πήγαινε τρόφιμα και άλλα είδη πρώτης ανάγκης στο κρυσφήγετό τους στο Πουρί. Σύνδεσμός τους ήταν ο Γ. Δελετζές (αρχείο Κ. Μώρου)
Και σε άλλο σημείο: 
..."Ο Ηρακλής Παπαϊωάννου (Βαενάς) πολλά είχε να διηγηθεί, γιατί είναι απ'  τούς λίγους επιζώντες ανάμεσα στους ωραίους εκείνους θαλασσινούς χωριανούς μας, Πουριανούς και Χορευτήσιους, που με άμεσο κίνδυνο της ζωής τους δούλεψαν στη "διαφυγή" με πλεούμενα ασήμαντα, αληθινούς σκυλοπνίχτες, χωρίς τα στοιχειώδη μέσα και προπάντων με δυσεύρετα καύσιμα."...

Εμείς, κλείνοντας την μικρή αυτή ενημέρωση της ανάρτησής μας, θα επαναλάβουμε το θλιβερό: ότι όσοι συντοπίτες μας αναφέρονται παραπάνω έφυγαν όλοι παίρνοντας μαζί τους τις πολύτιμες μνήμες τους, αφού κανένας δεν τους πλησίασε όσο ζούσαν για να τις καταγράψει...