Πρόσφατα έφθασε στην βιβλιοθήκη του ιστολογίου μας το δίτομο έργο του καθηγητή του Πανεπιστημίου της Κύπρου Λευτέρη Παπαλεοντίου: "ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΑΙΓΥΠΤΙΩΤΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗΣ", έκδοση του 2025 του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης. Πρόκειται για ένα μεγάλο, μοναδικό έργο 1700 σελίδων όπου περιλαμβάνονται έμμετρα και πεζά κείμενα Ελλήνων συγγραφέων που γεννήθηκαν και έζησαν στην Αίγυπτο μόνιμα ή για μεγάλα χρονικά διαστήματα, αλλά και συγγραφέων που εγκαταστάθηκαν εκεί πρόσκαιρα ή και για μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα, από τα μέσα του 19ου αιώνα έως την εποχή μας.
![]() |
| Ο πρώτος τόμος της Ανθολογίας |
Ο κ. Παπαλεοντίου εργάσθηκε στην Βιβλιοθήκη της Ζαγοράς το καλοκαίρι του 2024 από όπου άντλησε πολύ υλικό για την εργασία του, αφού η Βιβλιοθήκη μας διαθέτει από μία από τις μεγαλύτερες συλλογές στον κόσμο εκδόσεων των Ελληνικών Γραμμάτων της Αιγύπτου. Όπως είναι φυσικό, στο έργο συμπεριλαμβάνονται και πολλοί Ζαγοριανοί.
Από τον πρώτο του τόμο επιλέξαμε να παρουσιάσουμε ένα σύντομο διήγημα του Αίσονα Κυριακόπουλου, Ζαγοριανού, ο οποίος είναι μάλλον άγνωστος στους περισσότερους. Λίγα στοιχεία γνωρίζουμε για το πρόσωπο αυτό. Αντιγράφουμε από τον πρώτο τόμο και από όσα εντοπίσαμε στο διαδίκτυο:
Αίσων Κυριακόπουλος: Λογοτέχνης, μεταφραστής και ζωγράφος με καταγωγή από την Ζαγορά του Πηλίου. Έζησε στην Αλεξάνδρεια και συνδέθηκε φιλικά με τον Καβάφη, από τον οποίο έλαβε συλλογές ποιημάτων του στα χρόνια 1917-1922. Συνεργάστηκε με το περιοδικό "Γράμματα" (1917), όπου δημοσίευσε δύο διηγήματα και ένα κριτικό σημείωμα. Μετέφρασε ποιήματα του Καβάφη στα γαλλικά και δημοσίευσε τέτοιες μεταφράσεις σε διάφορα έντυπα στα χρόνια 1927-1933. Σπούδασε ζωγραφική στο Παρίσι (όπου συμμετείχε σε ετήσια salons) και εξέθεσε έργα του στον Βόλο (εμφανίστηκε μια και μοναδική φορά με έκθεσή του στην «Εξωραϊστική» το 1922) και στην Αθήνα (1928). Δεν έχουν εντοπιστεί άλλες δημοσιεύσεις λογοτεχνικών κειμένων του.
Οι μεταφράσεις έργων του Καβάφη του Αίσονα Κυριακόπουλου βρίσκονται στο Αρχείο του Ιδρύματος Ωνάση.
| Κατάλογος από έκθεση ζωγραφικών πινάκων του Κυριακόπουλου στην Αθήνα |
Ας δούμε όμως το διήγημά του όπως δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "Γράμματα" (Η μεταφορά έγινε στο μονοτονικό).
Του γιου το παραμύθι
Στον ποιητή και φίλο Κ. Π. Καβάφη
Ο γέρος πατέρας ήταν προ μιας ώρας καθισμένος στο γραφείο του, ξεφυλλίζοντας λογαριασμούς και διάφορα οικογενειακά χαρτιά. Στα δυο του χέρια ακουμπώντας τ᾽ αρχοντικό του κεφάλι, φαινόταν τώρα βυθισμένος σε βαθιά και λυπηρή σκέψη. Το βλέμμα του έπεφτε κάποτε στα γύρω του χαρτιά, κι έπειτα αυτόματα στυλωνόταν πάλι στο αντικρύ του πορτρέτο ενός νέου.
Ο νέος ήταν ο γιος του, ο µόνος που είχε. Και σωστά. Γιατί πατέρας που έχει τέτοιο νέο, ένα µόνο πρέπει να 'χει. Ήταν ωραίος. Με μια μεγάλη, δυνατή, περήφανη 'µορφιά. Απ’ αυτές που µε μια τους λάμψη θαμπώνουν και σέρνουν πίσω τους γονατιστά τον κόσμον όλο.
Και του γέρου η αγάπη ήταν μεγάλη, και του νέου το σέβας αρκετό. Μα στων γέρων την ψυχή δε φτάνει να είναι ο γιος τους ωραίος. Την αξία της ‘μορφιάς δεν τη νιώθουν. Βλέποντας οι ίδιοι τα δικά τους χάλια, φοβούνται να παραδεχτούν το βασίλειο του ωραίου, μήπως δουν τον εαυτό τους ριχµένο πολύ χαμηλά. Και γελιούνται µε μια μικρή, ψεύτικη δόξα, την «εχτίµηση της κοινωνίας».
«Τί κρίμα.» διαλογιζόταν ο πατέρας κοιτώντας το πορτρέτο «τί κρίμα που χάνει ο γιος µου τα νιάτα του, τη δύναμή του, στο γλέντι... Τί βοήθεια, τί χρησιµότη που μπορούσε να φέρει στην κοινωνία, και τί εχτίµηση που θα του έδειχνε αυτή.»
Τα µάτια του γέρου χαμηλώσαν πάλι στα χαρτιά επάνω, και το μυαλό του βυθίστηκε σε μια γεροντική αναπόληση, που μοιάζει πολύ µε νάρκη. Κάμποση ώρα έμεινε έτσι σκεφτικός. Άξαφνα άκουσε στο πλαγιανό δωμάτιο περπατησιά και τινάχτηκε ολόσωμος. Αφογκράστηκε λίγο, χτύπησε το κουδούνι και διάταξε να πουν στο γιο του ότι ο πατέρας του τον περιμένει να του μιλήσει στο γραφείο του.
Έπειτα από λίγα λεφτά, η πόρτα άνοιξε και φάνηκεν ο γιος. Ήταν ψηλός, περήφανος, ντυμένος φράκο. Κι η λάμψη του προσώπου του πάνω στ’ άσπρο πουκάμισο κι ανάμεσα στη σταχτιά ατμόσφαιρα του δωμάτιου φάνηκε κείνη τη στιγμή σαν τη λάμψη της ανατολής πάνω από κρουστάλλινα νερά.
«Καλησπέρα, πατέρα, μ᾿ εφώναξες;»
«Ναι. Κάθισε.»
Ο πατέρας μάσησε νευρικά το πούρο του κι αρχίνησε:
«Πολλές φορές σού μίλησα πως η ζωή αυτή που κάνεις δεν είναι άξια ανθρώπου που ‘χει κάποιο ψηλό ιδανικό. Πολύ πιο ψηλά από την απλή κι ανώφελη ηδονή που βρίσκεις στα µμεθυσμένα γλέντια σου. στέκεται μια άλλη ηδονή, όχι τόσο εγωιστική, μάταιη κι εφήμερη, η ηδονή που σου δίνει η εχτίµηση. Ο άνθρωπος δεν βρίσκεται στον κόσμο χωρίς κανένα προορισμό. Δεν μοιάζει µε λουλούδι που ζει για να πεθάνει. Όχι. Ο άνθρωπος έχει κάποιο σκοπό πιο ιερό. Το να κοπιάσει για το καλό της κοινωνίας και για ν᾿ αφήσει, όταν πεθάνει, όνομα που θα το θυμάται ο κόσμος µε θαυμασμό κι ευγνωμοσύνη.»
Ο νέος, µε σεβασμό, άφησε τον πατέρα του να τελειώσει, κι έπειτα, µε ένα λεπτό λεπτό χαμόγελο στην άκρη του χειλιού, του λέει:
«Μου φαίνεται, πατέρα, πως, αν συζητούσαμε πάνω σε θέματα φιλοσοφικά, θα χάναμε την ώρα µας σε λόγια. Επίτρεψέ µου να σου διηγηθώ μιαν ιστορία, που και µένα τη διηγηθήκαν άλλοι:
»Εζούσαν άλλοτε δυο πριγκιπόπουλα, που μοιάζαν τόσο πολύ, που δεν μπορούσε κανείς να τα ξεχωρίσει το ένα από το άλλο. Κατοικούσαν ένα μεγάλο παλάτι, µε γύρω ένα κήπο απέραντο, που πλήθος πουλιά και ζώα τον είχαν διαλέξει για παράδεισο.
»Γονείς δε θυμόταν, γιατί είχαν μείνει ορφανά από πολύ μικρά, και ο λαός, που είχε μείνει δίχως άρχοντα, είχε αναθέσει σε ένα σοφό να τα προσέχει και να τα ορµηνεύει, ώσπου να ‘ρθούν σε ηλικία να κυβερνήσουν.
»Δίδυµα ήταν τα δύο αδέρφια και πόσο μοιάζαν, µα τί διαφορετικά που αντιλαβαινόταν τη ζωή. Ο ένας, από μικρός έδειχνε μεγάλη κλίση στα σοφά μαθήματα του δασκάλου του, κι όταν εµεγάλωσε, κυβερνούσε µε πολλή δικαιοσύνη, κι ο λαός του τον επαινούσε κι έλεγε πως ποτέ δεν είχε τύχει στη χώρα τέτοιος άρχοντας καλός. Κλεισμένος μέσα στο παλάτι του, μελετούσε χοντρά βιβλία, κι όταν έβγαινε, πήγαινε να δείξει πόση ήταν η δύναμη της σοφίας του.
»Ο άλλος, µε τη λαμπρή, χρυσή και διαμαντένια στολή του, γυρνούσε στα δάση και τους κάμπους τραγουδώντας. Και τα πουλιά κελαδούσαν την εµορφιά του, τα λουλούδια τού πλέκαν στεφάνια, και τα νερά στα κρουσταλλένια τους χέρια νανουρίζαν τη ζωγραφιά του.
»Χρόνια πολλά περάσαν, και τα δύο αδέρφια, αφού ξακολούθησαν την ίδια τους ζωή, πεθάναν. Κι ο λαός, στον ένα, το σοφό, που εχτιμούσε, έστησε τάφο από ασήμι και χρυσό διαμαντοδουλεµένο. Στον άλλο, που ζούσε ανώφελη ζωή στους κάμπους και στα δάση, μια πλάκα μαρμαρένια τού πέταξε από πάνω...
»Μα φαίνεται πως τις βραδιές, που το φεγγάρι γλυκά µε τα βελουδένια του δάχτυλα χαϊδεύει τους κάμπους, αν σκύψει κανείς ν’ αφογκραστεί τί λέγουν οι δύο τάφοι, στον ένα, τον ολόχρυσο και διαμαντοδουλεμένο, θ’ ακούσει από κάτω κάποια ψυχή να πάσχει, να χτυπιέται, να βογκά «Θέλω να ζήσω», ενώ στον άλλον, τον απλό και μαρμαρένιο, μόλις κανείς θ’ αντιληφτεί την ήρεμη του ύπνου την ανάσα.
Όρθιος ο γιος, με το βλέμμα μπροστά στυλωμένο, νόμιζε πως μίλαγε σ' όλη την ανθρωπότη. Κι όταν ετελείωσε, είδε στο μάτι του γέρου, που είχε κοιμηθεί, ένα δάκρυ κρεμασμένο.
"Γράμματα" αρ.37 (Ιαν. - Μάϊος 1917) σ. 133-135.

