"Τριάντα ὁλόκληρα χρόνια - ἕνα τρίτο σχεδὸν αἰῶνα - ἔχουν περάσει ἀπὸ τὴν τραγικὴ ἐποχὴ τῆς Κατοχῆς. Κι ὅμως πολλὰ ἱστορικὰ στοιχεῖα ἀπὸ τὴν τιτανικὴ πάλη τοῦ λαοῦ μας γιὰ τὴ λευτεριά, δὲν εἶδαν ἀκόμα τὸ φῶς τῆς δημοσιότητας καὶ κινδυνεύουν νὰ χαθοῦν, ὅπως παρατήρησαν ἱστορικοὶ ἐρευνητές, ἐπειδὴ οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἔζησαν τὰ φοβερὰ ἐκεῖνα γεγονότα χάθηκαν, γέρασαν ἢ πέθαναν. Γιαὐτὸ καὶ χρέος νοιώθουμε νὰ βγάλουμε τοῦτο τὸ βιβλιαράκι, ποὺ δὲν εἶναι παρὰ μιὰ ἐνδιαφέρουσα, κι ἀπὸ πρῶτο χέρι ἱστορημένη σελίδα τῆς θαυμαστῆς προσπάθειας τῶν θαλασσινῶν μας τοῦ Βορείου Αἰγαίου νὰ σπάσουν τὸν ἀσφυκτικὸ κλοιὸ τῶν γερμανοϊταλικῶν καταδιώξεων στὸ ἑλληνικὸ ἀρχιπέλαγος καὶ νἄρθουν σὲ ἐπαφὴ μὲ τὸν ἔξω κόσμο καὶ τὸ συμμαχικὸ παράγοντα. Πρόκειται γιὰ τὶς πιὸ ἐπικίνδυνες καὶ πρῶτες ἐπιχειρήσεις ποὺ ἔγιναν ἀπὸ τὶς ἀκτὲς τοῦ Πηλίου πρὸς τὶς μικρασιατικὲς ἀκτές, μὲ σκοπὸ τὴ διαφυγὴ Ἑλλήνων καὶ Ἄγγλων ἀξιωματικῶν στὴ Μέση ᾿Ανατολή.
Τὸ ὑλικὸ αὐτό, ποὺ εἶναι ἕνα χρονικὸ τῆς Κατοχῆς, βρέθηκε στὰ χέρια μου ἀπὸ προφορικὴ καὶ λεπτομερέστατη ἀφήγηση τοῦ πρωτοξαδέρφου μου Καπετὰν Γιάννη Γεωργίου Στούρνα, ποὺ στάθηκε ὁ πρῶτος θαλασσινὸς ποὺ ἐπεχείρησε νὰ σπάσει τὸν ἀποκλεισμὸ τῶν γερμανικῶν καταδιώξεων στὸ Β. Αἰγαῖο καὶ πέτυχε νὰ κάνη πολλὰ ταξίδια. Μιὰ μέρα ποὺ ἦρθε ἄρρωστος σπίτι μου στὴν Ἀθήνα καὶ φιλοξενήθηκε δέκα μέρες κοντά μας, ὡς ποὺ νὰ ξαναβρῆ τὴν ὑγειά του, ὕστερ᾽ ἀπ᾽ τὶς ἀπίθανες αὐτὲς περιπέτειες, ἐπωφελήθηκα καὶ τὸν παρακάλεσα νὰ μοῦ διηγηθῆ μὲ λεπτομέρειες καὶ χρονολογικὴ σειρὰ τὰ ταξίδια του, ὅπως τὰ ἔζησε καὶ σὰ νἄγραφε τὸ ναυτικό του ἡμερολόγιο. Δέχτηκε μετὰ χαρᾶς καὶ ἀπόκτημα αὐτῆς τῆς ἐξιστόρησης εἶναι τοῦτες οἱ σελίδες..."
Αυτά γράφει μεταξύ των άλλων, το 1972, στον πρόλογο του βιβλίου του "ΣΟΡΟΚΟ ΚΑΡΤΑ ΛΕΒΑΝΤΕ Θαλασσινά Κατοχικά Ταξίδια" ο Ζαγοριανός δημοσιογράφος και συγγραφέας Κώστας Στούρνας.
Πριν όμως παρουσιαστεί ένα από τα πιο συναρπαστικά ταξίδια που περιγράφονται στο βιβλιαράκι, δίνεται σύντομα ένα πλαίσιο των γεγονότων που διαδραματίζονταν εκείνες τις μέρες στο Πήλιο για να έχει μια συνολικότερη αντίληψη ο αναγνώστης και να τα συνδυάσει με την διήγηση. Πηγή είναι το βιβλίο του Γρηγόρη Ρέντη "54ο Σύνταγμα του Ε.Λ.Α.Σ." Αθήνα, 1984, αλλά και η ιστοσελίδα: "Εθνική Αντίσταση - Δ.Σ.Ε."
Συγκεκριμένα πρόκειται για το "χτένισμα" του Πηλίου, τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις δηλαδή από τις γερμανικές δυνάμεις πάνω στις οποίες "έπεσαν" οι πρωταγωνιστές του ταξιδιού, χωρίς να το γνωρίζουν, αφού η επί 30 μέρες περιπέτειά τους μακριά απ' τις ακτές του Πηλίου δεν τους επέτρεψε να μάθουν κάποια νέα...
20 Μαρτίου 1944. Με βάση εξόρμησης τον Βόλο, οι Γερμανοί αρχίζουν τις επιχειρήσεις σε δύο φάσεις: Στην πρώτη κινούνται προς Πορταριά-Ζαγορά και προς Ν. Πήλιο. Στην δεύτερη προς Κερασιά-Κοκκινόγεια. Οι δυνάμεις που θα έφταναν Ζαγορά θα συνέχιζαν έπειτα προς Τσαγκαράδα και Αργαλαστή. Παράλληλα, καταδιώξεις (περιπολικά σκάφη) θα κινούνταν συνεχώς σε όλη την ακτογραμμή από Βένετο (Κουλούρι) μέχρι Ν. Πήλιο είτε προς αποβίβαση δυνάμεων είτε προς έλεγχο των ακτών. Την αποστολή ανέλαβαν 4500 άνδρες της επίλεκτης 4ης Μεραρχίας των SS υποστηριζόμενοι από 300 οχήματα, 20 πυροβόλα, 15 αποβατικά σκάφη και 3 βομβαρδιστικά αεροπλάνα.
![]() |
| Οι κατευθύνσεις- φάσεις των γερμανικών επιχειρήσεων κατά τον Μάρτιο-Απρίλιο του 1944 |
20 και 25 Μαρτίου 1944. Στον όρμο Κουλούρι κοντά στο Βένετο δύο νικηφόρες μάχες των ανταρτών αναστέλλουν προσέγγιση στην ακτή γερμανικών περιπολικών προξενώντας τους σημαντικές απώλειες.
23 και 24 Μαρτίου 1944. Μάχη στον Κισσό και Τσαγκαράδα αντίστοιχα. Πολλές απώλειες των γερμανικών δυνάμεων σε έμψυχο και άψυχο υλικό. Πολλά ήταν και τα αντίποινα των Γερμανών σε πυρπολήσεις σπιτιών κυρίως στον Κισσό.
30 Μαρτίου 1944. Στον όρμο Κουλούρι πραγματοποιείται τελικά απόβαση των Γερμανών που, παρά τις απώλειές τους, έκαψαν τα μισά και πλέον σπίτια του χωριού Βένετο.
2 Απριλίου 1944. Νικηφόρα μάχη των αντάρτικων δυνάμεων στην περιοχή Κοκκινόγεια...
Το τέταρτο ταξίδι που περιγράφει πιο κάτω ο καπετάν Γιάννης Στούρνας ξεκίνησε Καθαρά Τρίτη που εκείνη την χρονιά (1944) ήταν στις 29 Φεβρουαρίου. Ένα μήνα ακριβώς μετά, η επιστροφή του συνέπεσε με την εξέλιξη των παραπάνω γεγονότων...
"ΤΕΤΑΡΤΟ ΤΑΞΙΔΙΠροορισμός: Τουρκία. Ἀναχώρηση: (Καθαρή Τρίτη). Πλοῖο: Πέραμα "Παναγία Φανερωμένη". Πλήρωμα: 6. (Ἀπὸ αὐτοὺς δύο πολυβολητὲς τοῦ Ἀλβανικοῦ Μετώπου Γιάννης Πετεινάρης καὶ Νίκος Μπόντης) καὶ 4 αὐτόματα. Φύγαμε βράδυ μὲ μπουνάτσα ἀπό ὅρμο Ἅηγιάννη. Πορεία: Λεβάντε κάρτα Σορόκο. Κατεύθυνση: ἑρημονήσια, τελικὸς προορισμὸς Ἀγριελιὰ Τουρκίας. (Ἐνσφράγιστα συνθήματα καὶ διαταγές). Εἴχαμε ἐπιβάτες ἕνα Ἄγγλο λοχαγό, δύο Κύπριους στρατιῶτες, δύο Ἄραβες καὶ δύο Ἕλληνες ἀλεξιπτωτιστές. Σύνολο πλήρωμα καὶ επιβάτες 13".Ὁλοταχῶς διασχίσαμε τὸ πέλαγο μὲ ἀπόλυτη γαλήνη, χωρὶς ἐνδιάμεση προσέγγιση. Φουντάραμε μόνο στὸ Γγρῆ - λιμανάκι τῆς Τουρκίας - νύχτα Τετάρτης καὶ τὴν αὐγὴ τῆς Πέμπτης φτάσαμε στὴν Ἀγριλιὰ καὶ ρίξαμε ἄγκυρα. Περιμέναμε σύμφωνα μὲ τὶς διαταγὲς καὶ μετὰ δυὸ μέρες ἦρθαν καὶ μᾶς βρῆκαν ἄλλα δυὸ καίκια ἀπ᾿ τὸ Πήλιο. Ἦταν τοῦ Σπυρόπουλου ἀπ᾿ τὴν ᾿Αγριὰ τὸ Πέραμα «“Αγιος Δημήτριος» καὶ τοῦ Βενετσάνου ἀπὸ τὴν Σαλαμίνα «Ἅγιος Γεώργιος», σκαρὶ τρεχαντηροκαραβόσχαρο, μὲ ἀγγλικὴ μηχανή, πολὺ γρήγορο. Τὸ πλοῖο αὐτὸ τὸ εἶχαν πιάσει στὸ Πελαγονήσι δικοί μας, ἐπειδὴ τὸ εἶχαν ἐπιτάξει οἱ Γερμανοὶ καὶ δούλευε λάδια ἀπὸ Μάνη - Θεσσαλονίκη. Ὅταν τὸ πιάσαν οἱ δικοί μας γύριζε ἀπὸ Θεσσαλονίκη μὲ σιτάρια. Ἡ ἐπιχείρηση - ὅπως μᾶς διηγήθηκαν ἀργότερα - ἔγινε ὡς ἑξῆς:Μαζὶ μὲ μᾶς εἶχε φύγει ἀπὸ τὸν ὄρμο τοῦ Πηλίου Ἅη-Γιάννη τὸ πέραμα τοῦ Κώστα Ἀναστασίου «Παντοκράτορας» 18 τόννων, μπρατσέρα καὶ μηχανή. Ἡ μηχανή του δὲ δούλευε καλά. Μοῦ εἶχαν εἰπεῖ φεύγοντας νὰ τὸ παρακολουθῶ, ἀλλὰ τὴ νύχτα Τρίτη μὲ Τετάρτη τοὺς ἔχασα στὸ πέλαγο, γιατὶ πῆγαν καὶ φουντάρανε στὴν Πηγάδα, λιμανάκι τοῦ Πελαγονησιοῦ. Σὰν ξημέρωσε αὐτοὶ βγῆκαν ἔξω στὸ νησὶ γιὰ ἀνίχνευση, νὰ ἰδοῦν τί γίνεται. Ἤθελαν νὰ πᾶνε στὸ λιμάνι Πλανήτη, ποὺ βρίσκεται στὴ βορεινὴ ἄκρη τοῦ νησιοῦ. Θὰ πήγαιναν μὲ τὰ πόδια (ἀπόσταση 3/4 σχεδὸν τῆς ὥρας) νὰ ἰδοῦν τί γίνεται ἐκεῖ γιὰ ν᾽ ἀποφασίσουν τί θἄκαμαν. Ἐκεῖ εἶδαν ἕνα γερμανικὸ καΐκι φουνταρισμένο. Ἐπειδὴ εἶχαν ὅπλα πῆραν μιὰ ψαρόβαρκα καὶ πῆγαν ἀπάνου, τάχα ὅτι ἤτανε συνηθισμένοι ψαράδες. Τὸ πλήρωμα τοῦ ἐπίτακτου αἰφνιδιάστηκε, γιατὶ μόλις ἔφτασαν τοὺς πρότειναν πιστόλια. Ἦταν μέσα τέσσερις Ἕλληνες καὶ ἕνας Γερμανός. Ὁ Γερμανὸς ὅταν εἶδε νὰ προτείνωνται πιστόλια ἀποπειράθηκε νὰ τραβήξη κι αὐτὸς πιστόλι, ἀλλὰ οἱ δικοί μας ἐνήργησαν μὲ ταχύτητα, τοὺς ἔπιασαν, τοὺς ἀφώπλισαν, τοὺς κατέβασαν στὴν κάμαρα τοῦ καϊκιοῦ͵ ἔβαλαν σκοπὸ νὰ τοὺς φρουρῆ καὶ ὑποχρέωσαν τὸ μηχανικὸ νὰ βάλη ἀμέσως μπρὸς τὴ μηχανή. Ἔτσι, ἀφοῦ αἰχμαλώτισαν τὸ πλήρωμα σαλπάρανε, πῆραν τὸ καΐκι καὶ γύρισαν στὴν Πηγάδα. Ἐκεῖ ἔδεσαν πίσω τὸ δικό τοὺς καΐκι μὲ τὴ χαλασμένη μηχανὴ καὶ ἔφτασαν τὸ πρωΐ στὸν Ἅη Γιάννη Πηλίου. Ἐκεῖ τράβηξαν ἔξω στὴν ἄμμο τὸ δικό τους, πῆραν τὸ γερμανικό, ξεφόρτωσαν στὸ Βένετο ὅ,τι εἶχε, καὶ τὸ ἴδιο βράδυ ἔφυγαν γιὰ τὴν Τουρκία καὶ μᾶς πρόλαβαν στὴν Ἀγριλιά.Ἔτσι γίναμε ἐδῶ τρία καΐκια. Στὸν «Ἅγιο Γεώργιο» τοῦ Βενετσάνου καπετάνιος ἦταν ὁ Ἀγγελῆς Πετεινάρης καὶ στὸν «Ἅγιο Δημήτριο» ὁ Σταῦρος Τσούκας, ἀπὸ τὸ Μοῦδρο, ποὺ εἶχε πρῶτα δικό του καΐκι καὶ πιάστηκε ἀπὸ τοὺς Βουλγάρους στὴ Σαμοθράκη. Ἦταν πολὺ τολμηρὸς καὶ παλληκάρι κι ὅταν ἔγινε τὸ ἐπεισόδιο αὐτὸ κατάφερε καὶ σκότωσε τοὺς Βουλγάρους, τοὺς πέταξε στὴ θάλασσα καὶ πῆρε τὸ καΐκι του καὶ ἔφυγε. Ἔκτοτε καταδιωκόνταν καὶ προσχώρησε σὲ μᾶς.Στὴν Ἀγριλιὰ μείναμε συνολικὰ τέσσερις μέρες. Ὕστερα φορτώσαμε ἱματισμὸ καὶ τρόφιμα καὶ φύγαμε καὶ τὰ τρία καΐκια μαζὶ γιὰ τὸ Πήλιο, μὲ Βοριά. Ὁ Τσούκας, ποὺ εἶχε τώρα τὸ νέο καράβι - τὸ ἐπίτακτο τῶν Γερμανῶν - προχωροῦσε μπροστὰ καὶ τράβηξε κατευθεῖαν στὸ Πήλιο, ἐνῶ ἐμεῖς οἱ δυὸ φουντάραμε στὸ Γρὶ Λιμάνι, ὡς ποὺ νὰ καλωσυνέψη. Στὶς 24 Μαρτιοῦ βράδυ φύγαμε καὶ τὰ δυὸ καΐκια ἀπ᾽ τὸ Γρὶ-Λιμάνι καὶ στὶς 25 τὸ ἀπόγευμα πήγαμε στὸ Γέρακα τῆς Ἀλονήσου, γιατὶ ὁ καιρὸς φουρτούνιασε ξανά.Στὶς 26 πρωΐ μάθαμε ὅτι στὴ Νιβάλα εἶχε ἀράξει ἕνα ἐπίτακτο γερμανικὸ φορτωμένο λάδια ἀπὸ τὴ Μυτιλήνη γιὰ τὴ Θεσσαλονίκη καὶ ὅτι εἶχε σκοπὸ νὰ πάη στὴ Σκιάθο, στὸ γερμανικὸ λιμεναρχεῖο καὶ νὰ ἀναφέρη ὅτι ἔπαθε βλάβη στὴ μηχανή του καὶ νὰ δικαιολογηθῆ τάχα γιά... μιὰ ἀβαρία ποὺ ἔκανε, (ἐνῶ τὰ λάδια, ὅπως μάθαμε, τὰ πουλοῦσε). Τότε συνεννοηθήκαμε νὰ πιάσουμε αὐτὸ τὸ καΐκι νὰ τοῦ πάρουμε τὰ λάδια.Ἀμέσως καταστρώσαμε σχέδιο καὶ τὸ βάλαμε σ᾽ ἐφαρμογή. Τὸ πρωΐ πήραμε ἔξη ὡπλισμένους ἀπ᾽ τὰ δυὸ πληρώματα καὶ ξεκινήσαμε μὲ τὰ πόδια, ἀπὸ ξηρᾶς, νὰ πᾶμε στὴ Νιβάλα. Ἦταν κρύα μέρα, χιόνιζε συνεχῶς ἀπὸ τὴ νύχτα καὶ κάτου τὸ εἶχε στρώσει, ὡς μιὰ πιθαμή. Περπατήσαμε συνέχεια τέσσερες ὧρες. Σὰ φτάσαμε στὴ Νιβάλα, ὡς 800 μέτρα μακρύτερα, βρήκαμε δυὸ γυναῖκες ποὺ μάζευαν χόρτα ὅπου ἦταν ἀπόχιονο, καὶ ἕνα τσοπάνη μὲ πρόβατα. Τοὺς ρωτήσαμε γιὰ τὸ γερμανικὸ καὶ μᾶς εἴπαν ὅτι αὐτὴ τὴ στιγμὴ ἑτοιμάζεται νὰ φύγη γιὰ τὴ Σκιάθο. Τότες ἀποφασίσαμε νὰ ἐνεργήσουμε γρήγορα καὶ τραβήξαμε καταπάνου. Ξεκαμουφλάραμε τὰ ὅπλα ποὺ τὰ κρύβαμε κάτω ἀπὸ τὶς χλαῖνες, κατεβήκαμε στὸ λιμάνι, πηδήσαμε μέσα σὲ δυὸ ψαράδικες βάρκες ποὺ ἦταν ἐκεῖ καὶ μὲ λίγες κουπιὲς διπλαρώσαμε τὸ καΐκι καὶ πηδήσαμε ἀπάνου μὲ τὰ ὅπλα προτεταμένα. Μᾶς εὐνόησε ὅτι τὸ γερμανικὸ εἶχε δέσει παλαμάρια ἔξω καὶ βρίσκονταν μόλις 10 μέτρα ἀνοιχτὰ καὶ λόγω τοῦ καιροῦ δὲ φαινότανε κίνηση στὴν κουβέρτα. Μοιραστήκαμε ἀμέσως πρύμα - πλώρα. Τὸ πλήρωμα τοῦ γερμανικοῦ ἦταν κάτω στὴν πλώρη, ὅπου εἶχε ἀνάψει φωτιὰ καὶ μαγείρευαν πατάτες μὲ χταπόδι.Μόλις εἶδαν τὶς κάνες τῶν ὅπλων μας γυρισμένες ἀπάνου στὰ κεφάλια τους, τὰ χάσανε. Τοὺς διατάξαμε νὰ μὴν κινηθοῦν καὶ νὰ βγοῦν ἕνας - ἕνας ἀπάνου. Ὅπως ἔβγαιναν τοὺς ψάχναμε γιὰ ὅπλα καὶ τοὺς μαζέψαμε σ᾽ ἕνα μέρος ὅλους. Μαζί τοὺς ἦταν κι ἕνας Γερμανὸς συνοδός͵ ποὺ τἄχασε καὶ χωρὶς ἀντίσταση παραδόθηκε. Ἀπ᾿ τὸ πλήρωμα αὐτὸ ἔλειπε μονάχα ὁ καπετάνιος γιατὶ εἶχε βγῆ ἔξω καὶ εἶχε ἀπομακρυνθῆ βόσκοντας μιὰ κατσίκα, ποὺ τὴν εἶχε ἀνταλλάξει μὲ λάδι.Ἀφοῦ ψάξαμε καλὰ τὸ καΐκι βρήκαμε καὶ τὰ γερμανικὰ χαρτιά του καὶ τοὺς κάναμε μιὰ προανάκριση. Ὕστερα τοὺς μεταφέραμε ἔξω, τοὺς κλείσαμε σ᾽ ἔνα καλύβι καὶ τοὺς φυλάγαμε. Στείλαμε κ᾽ ἕνα ντόπιο καὶ ἔφερε τὸν καπετάνιο, Τοῦ εἴπαμε νὰ μὴ φοβηθῆ καὶ δὲ θὰ τοῦ κάνουμε προσωπικὰ κακό.Σ᾽ αὐτὸ τὸ μεταξύ, ὁ κόσμος ποὺ μᾶς ἤξερε ἀπὸ τὸ ἄλλο ταξίδι σάν... ἐπίτακτο γερμανικὸ τὰ εἶχε χάσει. Κατάλαβε ὅμως τί ἔτρεχε καὶ προθυμοποιήθηκε νὰ μᾶς περιποιηθῆ καὶ νὰ μᾶς φέρη γάλα. Ὁ καπετάνιος, σὰν εἶδε τί γίνονταν καὶ δὲ μποροῦσε νὰ κάνη τίποτα, ἀφοῦ πιὰ τὸ πλήρωμά του ἧταν πιασμένο, προθυμοποιήθηκε κι αὐτὸς καὶ μᾶς ἔφερε ἀπ᾿ τὸ καΐκι του οὗζο νὰ πιοῦμε. Τοῦ δώσαμε πρῶτα ἐκείνου νὰ πιῆ, γιὰ νὰ δοκιμάσουμε μὴν εἶχε ρίξει τίποτα στὸ πιοτό. Καὶ μετὰ ἤπιαμε καὶ μεῖς στήν... ὑγειά του! Ἀπὸ αὐτὸν μάθαμε λεπτομέρειες γιὰ τὸ καΐκι του καὶ τὴ βλάβη τῆς μηχανῆς. Ἐπειδὴ εἴδαμε ὅτι ἡ μηχανὴ δὲ λειτουργοῦσε ἀναγκαστήκαμε νὰ φορτώσουμε τὰ λάδια σ᾽ ἕνα ἄλλο καΐκι ἁλονησιώτικο, πήραμε μαζί μας καὶ τὸ πλήρωμα τοῦ ἐπίτακτου γερμανικοῦ καὶ φύγαμε, χωρὶς πιὰ χρονοτριβή.Μὲ τὸ νέο καΐκι φτάσαμε στὸ Γέρακα νύχτα πιὰ καὶ κάναμε σύνθημα στοὺς δικούς μας, ὅπως εἴχαμε συνεννοηθῆ (τρεῖς φορὲς «κράτει» μηχανῆς). Τακτοποιήσαμε τὰ πληρώματα στὰ καΐκια καὶ ἀμέσως, τὴν ἴδια νύχτα φύγαμε γιὰ τὸ Πήλιο.Οἱ μηχανές μας δουλεύαν καλά. Πρῶτος πήγαινα ἐγώ, στὴ μέση τὸ ἀλονησιώτικο μὲ τὰ λάδια καὶ τρίτο τὸ «Ἅγιος Γεώργιος». Οἱ διαταγὲς ποὺ εἴχαμε ἦταν νὰ κατευθυνθοῦμε στὸ Βένετο. Ἐπειδὴ ὅμως εἴχαμε καὶ τὴ λεία (τὰ λάδια) προσεγγίσαμε στὸν Ἅη Γιάννη.Ἔφτασα πρῶτος ἐγώ, πρωΐ, κατὰ τὶς τέσσερις. Σφύριξα μπουροῦ (τρόμπα - μαρίνα) συνθηματικὰ γιὰ νὰ μὲ καταλάβουν. Ἄκουσα σὲ λιγάκι κάτι φωνές. Ἔπεσα γιαλό, ὅσο μποροῦσα, καὶ τοὺς φώναξα ὅτι πάω στὸ Βένετο. Οἱ φωνὲς ἀπ᾽ ἔξω συνεχίζονταν. Ἔκανα κράτει κι ἄκουσα:- Γρήγορα νὰ βγῆ ἔξω ὁ καπετάνιος... Πήδησα ἀμέσως στὴ βάρκα καὶ βγῆκα. Μόλις πάτησα στὴν ἄμμο ρωτάω:- Τί γίνεται;- Ἐδῶ καήκαμε καὶ σὺ ρωτᾶς τί γίνεται; μοῦ ἀπαντοῦν.Γίνονταν χτένισμα στὸ Πήλιο ἀπὸ 4000 Γερμανούς, καὶ ὅπως μοῦ εἶπαν, μόλις εἶχαν περάσει οἱ Γερμανοὶ ἀπὸ κεῖ καὶ προχωροῦσαν πρὸς τὸ Τρίκερι, ἀφοῦ στὸ μεταξὺ ἔκαψαν ὅ,τι βρῆκαν καὶ δὲ βρῆκαν καὶ σκοτώσανε καὶ πολίτες στὰ χωριά.Ρώτησα τότε ποῦ εἶναι τὸ καΐκι τοῦ Τσούκα. Μοῦ εἶπαν ὅτι βούλιαξε. Ἐνῶ λέγαμε αὐτὰ κάποιος μοῦ λέει ὅτι αὐτὴ τὴ στιγμὴ οἱ γερμανικὲς καταδιώξεις πέρασαν ἀπάνου, πρὸς τὸ Χορευτό, Βένετο, ὅπου ἦταν ὁ προορισμός μας νὰ πᾶμε. Γιαὐτὸ μοῦ ἔλεγε, ἀφοῦ οἱ καταδιώξεις περνοῦσαν ἀνοιχτά, ἐγὼ νὰ πάω γιαλὸ - γιαλὸ καὶ μόλις φτάσω στὸ Βένετο νὰ ξεφορτώσω. Μοῦ τὰ ἔλεγε αὐτὰ χωρὶς κι αὐτὸς νὰ ξέρη ὅτι ἐκείνη ἀκριβῶς τὴ στιγμὴ γινόνταν γερμανικὴ ἀποβίβαση στὸ Βένετο.Μὴν ξέροντας καὶ ἐγὼ τί ἀκριβῶς γίνεται, τοὺς εἶπα νἄχουν τὸ νοῦ τους νὰ εἰδοποιήσουν τὰ ἄλλα καΐκια ποὺ θὰ περνοῦσαν, γιατὶ ἔρχονταν πίσω μου καὶ μπῆκα στὴ βάρκα καὶ πῆγα μέσα. Ἦταν ἀκόμα νύχτα. Βάλαμε μπρὸς τὴ μηχανὴ καὶ γιαλὸ - γιαλό, κοντὰ στὶς στεριές, τραβήξαμε πρὸς τὰ ἐπάνω, περάσαμε ἀπὸ τὸ Χορευτὸ καὶ φτάσαμε ὡς τὸν Κάβο - Λαΐνι. Ἄξαφνα βλέπω μπροστά μου, δεξιὰ καὶ μπρός, κάτι ἴσκιους (μαυράδια ἀπάνω στὴ θάλασσα) καὶ ἐπειδὴ δὲ βλέπαμε καλά, λέω στὸ πλήρωμα:- Ἐδῶ δὲν ἔχει νησιά... Τί εἶναι αὐτὰ τὰ μαυράδια στὴν πλώρη μας;Προσέξαμε καὶ καταλάβαμε. Ἦταν οἱ γερμανικὲς καταδιώξεις ποὺ ἐρχότανε ἀπὸ ἀνοιχτά, γιαλό, ν᾽ ἀποβιβάσουν γερμανικὸ στρατὸ γιὰ τὸ χτένισμα.- Πίσω ὁλοταχῶς!... φώναξα. Καὶ κάναμε στροφή.Οἱ καταδιώξεις στὸ μεταξὺ μᾶς εἶχαν πλησιάσει σὲ ἀπόσταση 150 ὡς 200 μέτρα, ἀλλὰ ἦταν ἀκόμα νύχτα, σκοτάδι πίσσα, δὲν εἶχε οὔτε φεγγάρι, οὔτε ἀστέρια... Δὲν μᾶς κατάλαβαν ἢ φαίνεται μᾶς πῆραν γιὰ σκάφος τῆς καταδίωξης καὶ δὲν μᾶς κυνήγησαν. Ανοίξαμε τὴ μηχανὴ καὶ μ΄ ὅλη τὴν ταχύτητα γυρίσαμε πίσω καὶ χωθήκαμε μέσα στὴν Ταμούχαρη, ὅπου καὶ φουντάραμε. Δέσαμε παλαμάρια μέσα στὸ λιμανάκι τῆς Ταμούχαρης καὶ βγήκαμε ἔξω.Ἐκεῖ ὅλος ὁ κόσμος ἦταν φοβισμένος κι ἄρχισαν νὰ διαμαρτύρωνται γιατὶ χωθήκαμε στὸ λιμανάκι. Μοῦ ἔλεγαν νὰ πάρω τὸ καΐκι καὶ νὰ φύγω, ἢ νὰ κόψω τ᾽ ἄλμπουρα καὶ νὰ τὸ βουλιάξω, νὰ μὴν τὸ ἰδοῦν οἱ Γερμανοὶ καὶ τοὺς κάψουν τὰ σπίτια, ἀφοῦ μὲ τὸ χτένισμα, εἶχαν κάψει πρωτήτερα τὶς βάρκες τῆς Ταμούχαρης καὶ δυὸ μπενζίνες ποὺ βρῆκαν ἐκεῖ. Ἐπειδὴ δὲν δεχόμαστε τὴν ἄποψή τοὺς καὶ πολλοὶ ἀγρίευαν καὶ ἤθελαν νὰ βουλιάξουν ἐκεῖνοι τὸ καΐκι, τὸ προστατέψαμε μὲ τὰ ὅπλα, λέγοντάς τοὺς ὅτι δὲν κάνουμε τίποτα χωρὶς ἀνώτερη διαταγή...Ἄξαφνα ἐνῶ κρατοῦσε ἀκόμα ἡ νύχτα, ἀκούσαμε ἀνοιχτὰ νὰ περνάη ἀπάνου καὶ τὸ δεύτερο καΐκι μὲ τὰ λάδια καὶ νὰ τραβάη στὸν Ἅη Γιάννη, ὅπως εἴχαμε συνεννοηθῆ. Ἐκεῖ, ἀφοῦ τοῦ εἶπαν ὅτι ἐγὼ πέρασα ἀπάνου, τράβηξε κι αὐτὸς γιὰ τὸ Βένετο. Σὲ λίγο ἀκούσαμε καὶ τὸ τρίτο καΐκι, τὸν «Ἅγιο Γεώργιο», ποὺ ἀκολουθοῦσε τὸ πρῶτο. Καὶ οἱ δυό τους, ὁ ἕνας πίσω ἀπ᾽ τὸν ἄλλον, τράβηξαν γιὰ τὸ Κουλούρι (Βένετο), ὅπως τοὺς εἶπαν στὸν Ἅη Γιάννη. Ἐγὼ ἔβλεπα πιὰ τὶς κινήσεις τους ἀπ᾽ τὸν Κάβο, γιατὶ στὸ μεταξὺ ἄρχισε νὰ ξημερώνη, ἀλλὰ δὲ μποροῦσα νὰ τοὺς εἰδοποιήσω.Ὅταν ἔφτασαν κι αὐτοὶ στὸ Λαΐνι καὶ εἶδαν τὶς γερμανικὲς καταδιώξεις, γύρισαν πίσω ὁλοταχῶς. Καὶ ἐπειδὴ δυὸ καταδιώξεις ἐρχόνταν ἀπὸ ἀνοιχτὰ κατὰ πάνω τους, πῆγαν γιαλὸ - γιαλὸ στὸν ἄμμο τῆς Παρίσαινας ἢ τὸν Ἅγιο ᾿Αχίλλειο καὶ τὰ κάθησαν στὴν ἄμμο.Ὅπως ἔμαθα ἀργότερα, οἱ πολίτες, ἄντρες καὶ γυναῖκες ἀπ᾿ τὸ Πουρί, σὰν εἶδαν τὰ καΐκια καὶ κατάλαβαν ὅτι ἦταν δικά μας, ἔτρεξαν ὅλοι στὴ θάλασσα νὰ βοηθήσουν. Ἀπὸ τὰ καΐκια πετοῦσαν ὅ,τι εἶχαν, τρόφιμα καὶ λάδια στὴ θάλασσα, Οἱ ἄλλοι ἀπ᾽ ἔξω ἔμπαιναν στὴ θάλασσα, τἄβγαζαν ἔξω καὶ γρήγορα - γρήγορα τὰ παραχώναν στὴν ἄμμο, νὰ τὰ κρύψουν μέσα σὲ λάκκους, ποὺ τοὺς σκέπαζαν. Ὡς ποὺ νὰ φέξη καλά, ἡ δουλειὰ ἔγινε τόσο γρήγορα, ὥστε εἶχαν ξεφορτώσει καὶ εἶχαν κρύψει ὅλα.Τὰ δυὸ καΐκια, ἔμειναν ἐκεῖ καθισμένα στὴν ἄμμο, ἀλλὰ ἐπειδὴ οἱ στεριὲς ἦταν σκοῦρες, οἱ Γερμανοὶ δὲν τἄβλεπαν γιὰ τὴν ὥρα, ἀπὸ ἀνοιχτά, ὅπου βρίσκονταν.Ἐμεῖς στὸ μεταξὺ ξεφορτώσαμε στὴν Ταμούχαρη καὶ στείλαμε τὸν πλοιοκτήτη στὸν Ἅη Γιάννη, ποὺ ἦταν κοντά, νὰ ἑτοιμάση τὰ βάζια νὰ πατήσουμε τὸ καΐκι. Καιροφυλακτήσαμε νὰ μὴν ὑπάρχουν γερμανικὲς καταδιώξεις ἀνοιχτὰ καὶ μᾶς πάρουν εἴδηση. Τότε, μιὰ στιγμή, ἐνῶ ὅλα ἧταν ἕτοιμα γιὰ τὸ τράβηγμα τοῦ καϊκιοῦ στὴν ἄμμο, ξεπεταχτήκαμε ὁλοταχῶς ἀπ᾽ τὸ λιμανάκι τῆς Ταμούχαρης καὶ τραβήξαμε κατ᾽ εὐθεῖαν Ἅη Γιάννη. Γιὰ πρώτη φορὰ στὴ ζωή μου τὴ θαλασσινή, καθὼς ἐρχόμουν ἀπ᾿ ἀνοιχτά, πῆρα δρόμο ὁλοταχῶς γιὰ ἔξω, πέτυχα τὰ βάζια καὶ μὲ τὴ φόρα ποὺ εἶχε τὸ καΐκι πατήσαμε καὶ τρία φαλάγγια καὶ μεσοβγήκαμε ἔξω. Ὅλος ὁ κόσμος τ᾽ Ἅη Γιαννιοῦ ἦταν ἐκεῖ νὰ βοηθήση, βιράριζε μὲ τὴν ψυχὴ του, καὶ σὲ εἴκοσι μόνο λεπτὰ κατορθώσαμε καὶ τὸ βγάλαμε ἐπάνω, Ἦταν πιὸ ψηλὰ ἀπ᾽ τ᾽ ἄλλα καΐκια ποὺ βρέθηκαν τραβηγμένα ἔξω, καὶ ξαρματωμένο πιά, δὲν φαινόταν καθόλου, ὅτι εἶχε ἔρθει ὕστερ᾽ ἀπὸ τόσες περιπέτειες, μόλις ἐκεῖνο τὸ πρωΐ...Τὸ μεσημέρι, ἐνῶ πηγαίναμε μὲ τὸν πλοιοκτήτη νὰ φᾶμε μιὰ σαλάτα ποὺ εἶχε ἑτοιμαστεῖ, μᾶς εἰδοποιοῦν ψηλὰ ἀπ᾽ τὸ παρατηρητήριο:-Ἔρχεται...Ἦταν γερμανικὴ καταδίωξη φυσικά. Τότες ἀνεβήκαμε καὶ μεῖς μὲ τοὺς ἄλλους ψηλὰ στὸ παρατηρητήριο, μέσα στὶς ἐληές, ἀφοῦ πήραμε καὶ τὴ σαλάτα μας ν᾿ ἀποφᾶμε, καὶ παρακολουθούσαμε τί θὰ γινόνταν. Ἐκεῖ ποὺ τρώγαμε ἀκόμα βλέπομε τὸν «Ἅγιο Γεώργιο» νὰ κατεβαίνη ἀπὸ τὸ Χορευτό, ὁλοταχῶς πρὸς τὸν Ἅη Γιάννη καὶ καταπίσω του μιὰ καταδίωξη νὰ τὸν κυνηγάη. Ἡ καταδίωξη αὐτὴ παρουσίαζε τρομερὸ ἐνδιαφέρον. Γιατὶ τὸ «Ἅγιος Γεώργιος» ἦταν γρήγορο - ἔκοβε ὀχτὼ μίλια - καὶ πήγαινε ἔξω - ἔξω, δίπλα στὶς πέτρες τῆς ἀκτῆς, ὅπου ἡ καταδίωξη φοβόνταν νὰ πλησιάση.Ὁ «Ἅγιος Γεώργιος» προπορευόμενος πέρασε ἀπ᾿ τὸν Ἅη Γιάννη καὶ πῆγε μέσα στὴν Ταμούχαρη. Οἱ Ταμουχαριῶτες ὅμως φοβήθηκαν καὶ τὸν ἔδιωξαν. Τότε αὐτός, σὰν κυνηγημένο πουλί, ἔφυγε καὶ πῆγε καὶ χώθηκε πίσω ἀπ᾽ τὸ νησάκι (Πετρονήσι) τῆς Παληᾶς Ταμούχαρης, κάτω ἀπ᾽ τὸν κάβο, χωρὶς νὰ φαίνεται ἀπὸ ἀνοιχτά. Ἡ καταδίωξη τὸν ἔχασε μέσα στὶς στεριές, καὶ ἐπειδὴ νόμισε ὅτι ξέφυγε πρὸς τὰ κάτου, τράβηξε κι αὐτὴ πρὸς τὸ Νοτιά.Τότε μόλις ὁ καπετάνιος του εἶδε πὼς ξέφυγε τὴν καταδίωξη, γυρίζει πίσω, κ᾽ ἔρχεται ὁλοταχῶς στὸν Ἅη Γιάννη, νὰ τραβήξει ἔξω. Ἐμεῖς, ποὺ παρακολουθούσαμε ἀπ᾽ τὶς ἐληὲς ὅπου εἴμαστε χωμένοι, ὅλες αὐτὲς τὶς κινήσεις, τρέξαμε γρήγορα κάτου στὴν ἀμμουδιά, ἑτοιμάσαμε στὸ λεπτὸ τὸν Ἀργάτη καὶ τὰ βάζια καὶ μὲ τὴ βοήθεια ὅλων πάλι καταφέραμε καὶ βγάλαμε τὸ καΐκι ἔξω στὴν ἄμμο, πρὶν ἀκόμα προφτάσει ἡ καταδίωξη νὰ γυρίση πρὸς τὰ πάνου.Ἀργὰ τὸ ἀπόγευμα - ζύγωνε βραδάκι πιὰ - εἴδαμε τὸ ἁλονησιώτικο νὰ κατεβαίνη κ᾽ ἐκεῖνο στὸν Ἅη Γιάννη, ἀπ᾽ τὸ Χορευτό, νὰ τραβήξη ἔξω. Ἑτοιμαστήκαμε ἀμέσως νὰ τὸ τραβήξουμε κι αὐτό, ἀλλὰ μόλις ζύγωσε στὴν ἄμμο, εἴδαμε ἔνα ἀεροπλάνο νἄρχεται κατὰ πάνου του. Ὁ καπετάνιος, σὰν εἶδε τ᾽ ἀεροπλάνο, τοὔδωκε δρόμο, χώθηκε μέσα στὸ Αὐλάκι τῆς Ταμούχαρης καὶ κόλλησε τὸ καΐκι δίπλα στὶς πέτρες. Τὸ ἀεραπλάνο, ἀφοῦ ἔκανε δυὸ βόλτες καὶ δὲν ἔβλεπε πιὰ τὸ καΐκι, ἔφυγε. Στὸ διάστημα αὐτὸ οἱ καταδιώξεις πήγαιναν πάνου - κάτου. Τ᾽ ἄλλο πρωΐ, σὰν εἴδαμε κ᾽ εἶχε κάποια ἡσυχία, ἀποφασίσαμε νὰ τραβήξουμε καὶ τὸ τρίτο καΐκι. Ἑτοιμάσαμε ὅλα τὰ σχετικὰ καὶ τὄφερε ὁ καπετάνιος. Μόλις ὅμως τὸ βαζόσαμε, φάνηκε νὰ κατεβαίνη μιὰ καταδίωξη. Ἐπειδὴ πιὰ εἴδαμε ὅτι μᾶς πῆραν εἴδηση καὶ μᾶς εἶχαν ἐπισημάνει οι Γερμανοὶ ἀφήσαμε τὸ καΐκι στὴ θάλασσα κι ἀνεβήκαμε ψηλά. Ἦταν καλὴ μπουνάτσα καὶ ἡ πλώρη τοῦ καϊκιοῦ ἔτριβε ἔξω στὴν ἄμμο, στὸ στάχυ. Ἡ καταδίωξη ἔκανε μιὰ βόλτα ἀνοιχτὰ καὶ τράβηξε πρὸς τὰ κάτω. Σὰ χάθηκε ξανακατεβήκαμε, περάσαμε τὰ βάζια, στρώσαμε τὰ φαλάγγια, κι ἀρχίσαμε νὰ τραβοῦμε ἔξω τὸ καΐκι. Μόλις ὅμως πατήσαμε τρία φαλάγγια, μᾶς φωνάζουν ἀπ᾽ τὸ παρατηρητήριο ὅτι ἔρχονται ἄλλες δυὸ γερμανικὲς καταδιώξεις. Τότες τὸ δέσαμε, ἐκεῖ ποὺ ἦταν, τὸ ἀφήσαμε καὶ φύγαμε.Οἱ δυὸ γερμανικὲς καταδιώξεις πέρασαν αὐτὴ τὴ φορὰ κοντἀ, ἔρριξαν δυὸ βολὲς στὸν Ἅη Γιάννη, τράβηξαν γιὰ τὴν Ταμούχαρη, ἔρριξαν κ᾽ ἐκεῖ μιὰ βολὴ καὶ προχώρησαν ὁλοταχῶς πρὸς τὰ κάτου. Ἐνῶ ξανακατεβαίναμε νὰ συνεχίσουμε τὸ τράβηγμα τοῦ καϊκιοῦ, τὸ παρατηρητήριο μᾶς εἰδοποιεῖ ὅτι οἱ καταδιώξεις ἐπιστρέφουν πρὸς τὰ ἐπάνω. Ἡ πρώτη, ἡ μεγαλύτερη, ἀνεβαίνοντας σταμάτησε μπροστὰ στὸν Ἅη Γιάννη, γύρισε τὴν πρύμη της μὲ τὰ κανόνια της πρὸς τὸ χωριὸ καὶ περίμενε. Ἡ δεύτερη ἔπεσε γιαλό, κατεβάζει βάρκα, μπαίνουν μέσα πέντε ὡπλισμένοι μὲ αὐτόματα καὶ βγαίνουν ἔξω. Τοὺς παρακολουθούσαμε ἀπὸ ψηλὰ καὶ εἴδαμε ὅτι εἶχαν μαζί τους κ᾽ ἕνα σηματωρὸ μὲ σήματα. Ἡ βάρκα τῆς καταδιώξεως πλησίασε τὸ μισοτραβηγμένο στὴν ἀμμουδιὰ καΐκι. Δυὸ ἀπὸ τὸ πλήρωμά της ἀνέβηκαν ἐπάνω, ἐνῶ οἱ ἄλλοι δυὸ ἔκαναν βόλτα στὰ μαγαζιά. Ἦταν ὅλα κλειστά, χωρὶς νὰ φαίνεται ψυχή. Ὁ πέμπτος κάθησε στὴ βάρκα.Ὅπως βλέπαμε οἱ Γερμανοὶ ἄρχισαν νὰ περιεργάζωνται τὰ φρεσκοτραβηγμένα καΐκια. Ἀνέβαιναν ἐπάνω, κοίταζαν τὶς μηχανὲς καὶ μιλοῦσαν. Ἐμεῖς φυσικά, εἴχαμε προνοήσει, κ᾽ εἴχαμε ἀφαιρέσει τὰ μπὲκ ἀπὸ τὶς μηχανές, γιὰ νἆναι ἄχρηστες.Οἱ Γερμανοὶ μίλησαν τότε στὸ σηματωρό, ἔκανε σήματα καὶ συνεννοήθηκαν μὲ τὴ μεγάλη καταδίωξη, ποὺ περίμενε πιὸ ἀνοιχτά. Ἀπὸ κεῖ τοὺς ἀπάντησαν πάλι μὲ σήματα. Τότες οἱ δυὸ ποὺ εἶχαν ἀνέβει ἐπάνω στὸ μισοτραβηγμένο καΐκι τὸ ἔλυσαν καὶ γλύστρησε πάλι ἀπ᾽ τὰ τρία φαλάγγια ποὺ εἶχε πατήσει στὴ θάλασσα.Οἱ ἄλλοι τρεῖς μπῆκαν στὴ βάρκα καὶ τὸ ρυμούλκησαν. Τελικὰ τὸ ἔδεσαν πίσω στὴ μικρὴ καταδίωξη καὶ τράβηξαν πρὸς τὸ Βένετο.Ἀπόγευμα, κατὰ τὶς 2 ἡ ὥρα, πέρασε πάλι κάτω ἕνα μεγάλο καραβόσκαρο τῆς καταδίωξης, ποὺ εἶχε δέσει πίσω ἐννηὰ καΐκια συνολικά, τὸ ἕνα πίσω ἀπ᾽ τ᾽ ἄλλο. ᾿Ανάμεσα σ᾽ αὐτὰ γνωρίσαμε καὶ τὸ ἁλονησιώτικο. Τὰ ρυμουλκοῦσαν γιὰ τὸ λιμάνι τοῦ Βόλου..."
_____________________
Λεξιλόγιο:
βάζια: Χοντρά ξύλα τετραγωνισµένου σχήµατος που έµπαιναν σε κάθε πλευρά κάτω από το κοίλο µέρος της γάστρας και πατούσαν στα κάθετα ξύλα της σχάρας. Χρησίμευαν ως ένα ένα επιπλέον στοιχείο µείωσης των κινδύνων της καθέλκυσης- ανέλκυσης του πλοίου. Συνδέονταν επιπλέον µεταξύ τους µε σιδερένιες βέργες ή σωλήνες ώστε να κινούνται σαν ενιαίο σώµα.
Φαλάγγια: Χοντρά ξύλα που τοποθετούνται στην άμμο σε διεύθυνση κάθετη με αυτήν της καρίνας για να γλιστράει το σκάφος επάνω κατά την ανέλκυση-καθέλκυση.
πέραμα, τρεχαντήρι, καραβόσκαρο: είδη σκαφών με την δική του γεωμετρία το καθένα.
Αργάτης: είναι ο εργάτης, το βίντσι.

