Αυτόν τον τίτλο: "Τέλος και Αποχώρηση" ("Over and Out") φέρει το κεφάλαιο του Michael Ward στο βιβλίο του "Αποστολές στην Ελλάδα" ("Greek Assignments") που εκδόθηκε στην Αθήνα το 1992.
Ο Michael Ward, ταγματάρχης, πράκτορας του S.O.E.- Special Operation Execution - Εκτελεστικού Ειδικών Επιχειρήσεων, ρίφθηκε με αλεξίπτωτο στην Πίνδο στις 20/10/1943 και κάλυψε μια διαδρομή 500 μιλίων μέσα σε δύο μήνες στην κατεχόμενη Ελλάδα (το μεγαλύτερο μέρος της με τα πόδια), συγκεντρώνοντας πληροφορίες για τις κινήσεις του άξονα και τους διχασμένους αντιστασιακούς.
Στο κεφάλαιο αυτό περιγράφει τις τελευταίες ημέρες παραμονής του στο ελληνικό έδαφος, στο Βένετο, μαζί με τους αντάρτες του ΕΛΑΣ και τον σύνδεσμο της Αγγλικής αποστολής εκεί, λίγο πριν την αναχώρησή του από τον όρμο Κουλούρι με καΐκι για την Τουρκία. Επίσης περιγράφει τα όσα αντιμετώπισε διασχίζοντας το Αιγαίο, αλλά και κατά την αποβίβασή του στις τουρκικές ακτές.
Στην παρούσα ανάρτηση, εκτός από το εν λόγω κεφάλαιο, παρατίθενται και 2-3 σελίδες από το προηγούμενο ("Race for the Coast") στις οποίες αναφέρει τα τελευταία στάδια της αγωνιώδους οδοιπορίας του: από την Κάτω Κερασιά μέχρι το Βένετο, το σημείο διαφυγής.
Ο Ward στο τέλος του 1944 αποστέλλεται ξανά στην Ελλάδα και το 1948 του προτάθηκε από τον David Balfour να επανέλθει για τρίτη φορά, ως μέλος πλέον της Ειδικής Επιτροπής του Ο.Η.Ε. για τα Βαλκάνια. Τονίζεται στο σημείο αυτό ότι ο ρόλος των Άγγλων γενικότερα σε ό,τι επακολούθησε στην Ελλάδα μετά την Γερμανοϊταλική κατοχή, απ' το 1944 κι ύστερα, είναι σ' όλους γνωστός... Απλά στεκόμαστε στα όσα μας διασώζει το κείμενο για την περιοχή, τις καταστάσεις, τα γεγονότα και τα πρόσωπα εκείνων των ημερών. Οι ίδιες καταστάσεις, πρόσωπα, γεγονότα συναντώνται και σε αφηγήσεις άλλων που τα έζησαν λίγο πριν ή λίγο μετά και ίσως παρουσιαστούν σε προσεχείς αναρτήσεις...
ΚΑΙ ΔΥΟ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΚΟΥΛΟΥΡΙ ΤΟΥ ΒΕΝΕΤΟΥ
Μπορεί το Κουλούρι του Βένετου, αυτή η βραχώδης φυσική αγκαλιά, να έγινε γνωστή από τον αρχαιολάτρη Αυστριακό Alfons Hochhauser ο οποίος στην δεκαετία 1970-80 ανέπτυξε εκεί ένα είδος οικοτουρισμού φιλοξενώντας διάσημες προσωπικότητες της Ευρώπης, όμως τις μέρες της πραγματικής δόξας του τις γνώρισε στην διάρκεια της αντίστασης ενάντια στην γερμανική κατοχή. Πάρα πολλές είναι οι γραπτές μαρτυρίες για ντόπιους και άλλους θαλασσινούς που με τις επικίνδυνες επιχειρήσεις τους φυγάδευαν προς την Μέση Ανατολή Έλληνες και ξένους στρατιωτικούς, αλλά και για τις ηρωικές σελίδες που γράφτηκαν εκεί από τους αντάρτες του 54ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ. Αυτή η μικρή κουκίδα στον χάρτη του Ανατολικού Πηλίου ήταν σημείο αναφοράς στις ασύρματες επικοινωνίες των αντιστασιακών και των Αγγλικών αποστολών... (Να μην ξεχνάμε επίσης ότι η περιοχή αυτή συνδέεται άμεσα με την Ζαγορά διότι μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα Μακρυρράχη-Ζαγορά-Πουρί-Παλαιά Μιτζέλα-Βένετο ήταν ενιαίος Δήμος !)
![]() |
| Ο όρμος Κουλούρι στο Βένετο. Φωτογραφία του 1958. Πηγή: Βένετο Πηλίου |
"Αγώνας για την Ακτή" ("Race for the Coast")
...Αρκετά πριν ξημερώσει μπήκαμε στο χωριό Κάπουρνα γνωστό και ως Γλαφυραί, όπου με άφησε ο οδηγός μου. Χτύπησα στο σπίτι που μου είχε υποδείξει και ένα νεαρό ζευγάρι με άφησε να μπω. Εξεπλάγησαν φυσικά, όταν είδαν έναν Βρετανό αξιωματικό να στέκεται στην πόρτα μεταμφιεσμένος σε βοσκό και να ζητάει άσυλο, αλλά αντί να εξαγριωθούν επειδή τους ξύπνησα εκείνη την ακατάλληλη ώρα, με κάλεσαν μέσα πολιτισμένα και με έβαλαν αμέσως να καθίσω στο σαλόνι. Οι ίδιοι έσπευσαν να επιστρέψουν στο κρεβάτι τους και αυτό με έσωσε από τις αναπόφευκτες ερωταποκρίσεις της νέας άφιξης. Ξάπλωσα στο πάτωμα πάνω στο χαλί, χρησιμοποιώντας ένα κάλυμμα καρέκλας για μαξιλάρι. Πριν σβήσω το λαδολύχναρο μπόρεσα να δω με μια ματιά ότι αυτό το σπίτι ήταν πολύ μακριά από την φτώχεια της Πίνδου. Κάδρα στον τοίχο, χαλιά, ταπετσαρισμένα έπιπλα, ιδιοκτήτες που κοιμόντουσαν σε υπνοδωμάτιο στον πάνω όροφο - όλα μαρτυρούσαν έναν πιο ευημερούντα, σχεδόν αστικό τρόπο ζωής, του οποίου έβλεπα αυξανόμενα τα σημάδια από τότε που άρχισα να διασχίζω την πεδιάδα. Όσο ευπρόσδεκτος κι αν ήμουν τη νύχτα, ήταν σαφές ότι οι οικοδεσπότες μου ήθελαν να με βάλουν γρήγορα ξανά στο δρόμο μου μέχρι το ξημέρωμα. Δεν ήταν ασυνήθιστο για τις γερμανικές περιπόλους να έρχονται εκεί από το Βόλο. Με ξύπνησαν στις επτά, μετά από δύο ώρες ύπνου, και έφυγα αμέσως, αφού τους άφησα την κάπα μου. Περπάτησα ανατολικά πάνω από το φρύδι ενός λόφου σε έναν υγρό ήλιο που ανέτειλε ευθεία μπροστά μου. Υπήρχε μια μεγάλη απότομη κατάβαση σε μια στενή κοιλάδα, η οποία βρισκόταν ανάμεσα σε μένα και το Πήλιο, στο χωριό Κάτω Κερασιά, όπου ήλπιζα να μπορέσω να βρω κάτι για πρωινό.
Καθώς γλιστρούσα προς τα κάτω στο πετρώδες μονοπάτι, απόλαυσα τη θέα προς τα βόρεια, όπου η κοιλάδα γίνονταν πιο φαρδιά και άνοιγε το δρόμο προς τα γαλήνια νερά της λίμνης Κάρλα (τώρα αποστραγγισμένη). Φως και διακοπτόμενο ψιλόβροχο έπεφταν και το τοπίο, που φαινόταν να φωτίζεται μέσα από ένα θολό πέπλο υγρασίας και πλαισιωμένο από ουράνια τόξα, θύμιζε την περιοχή της Lake District. Σαν να ήθελε να υπογραμμίσει την επιτήδευση αυτού το νέου για μένα μέρους της Ελλάδας, μια χωριάτισσα πέρασε αργά από μπροστά μου ανηφορίζοντας στο λόφο κρατώντας μια ανοιχτή ομπρέλα.
Η Κάτω Κερασιά ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες μου, γιατί μπόρεσα να βρω έναν άνθρωπο πρόθυμο να μου τηγανίσει μερικά ψάρια του γλυκού νερού που ψαρεύτηκαν εκείνο το πρωί στη λίμνη. Μια καράφα μηλίτη χρησιμοποιήθηκε για να πλυθούν. Φαίνονταν ότι όσο πιο ανατολικά πήγαινε κανείς, τόσο λιγότερο εμφανείς γίνονταν οι συνήθεις δυστυχίες της κατοχής. Μέχρι τώρα, ήταν 17 Δεκεμβρίου και το καΐκι αναμενόταν να φτάσει στα ανοικτά των ακτών. Η ανυπομονησία μου με ταλαιπωρούσε. Ανησυχούσα ότι το σκάφος θα μπορούσε ήδη να έχει έρθει και νάχει φύγει. Ήλπιζα ότι θα μπορούσα να τηλεφωνήσω από την Κάτω Κερασιά στο Βένετο, τη βάση της αποστολής, για να τους ενημερώσω ότι ήμουν μόνο λίγες ώρες μακριά, αλλά το πλησιέστερο τηλέφωνο ήταν στην Άνω Κερασιά, στα μισά του δρόμου προς την κορυφογραμμή του Πηλίου. Έτσι ξεκίνησα αυτό που υποσχόμουν να είναι η τελευταία μου μεγάλη ανάβαση στην Ελλάδα. Μετά από μια ώρα συνάντησα το πρώτο χιόνι και μισή ώρα αργότερα έφτασα στο χωριό που βρίσκονταν μέσα στην πυκνή πλαγιά. Δε μου πήρε πολύ να ανακαλύψω ότι το τηλέφωνο βρίσκονταν στο απόσπασμα του ΕΛΑΣ και να εντοπίσω το σπίτι τους. Αποδείχτηκε ότι ήταν μια πολύ φιλική ομάδα. Ο χειριστής έστριψε και ξανάστριψε το μανιατό της πρωτόγονης συσκευής του, προσπαθώντας να πάρει μια απάντηση από το Βένετο μέσα από την επιδιορθωμένη γραμμή. Όταν είχα σχεδόν χάσει κάθε ελπίδα, υπήρξε μια αδύναμη απάντηση από την άλλη μεριά της γραμμής. Ήταν ο χειριστής του ΕΛΑΣ στην άλλη άκρη και δεν ήξερε τίποτα για το καΐκι ή τις κινήσεις της Αγγλικής αποστολής. Ναι, το σπίτι της αποστολής εκεί ήταν πολύ κοντά και μπορούσε να στείλει να καλέσουν κάποιον να μου μιλήσει. Ποιον ήθελα; Πως συλλαβίζονταν η λέξη; Θήτα, έψιλον, μι, ήτα; Εντάξει, θα έστελνε τον ταγματάρχη Θέμη και θα μας τηλεφωνούσε πίσω. Περίπου είκοσι λεπτά αργότερα το τηλέφωνο χτύπησε και μου δώσαν το ακουστικό. «Ο ταγματάρχης Θέμης στη γραμμή», είπαν. Αυτό ήταν το μόνο που ήθελα να ακούσω. Ένα κύμα ανακούφισης με τύλιξε. Πιάνοντας το τηλέφωνο, σχεδόν φώναξα: «Βρε μπαγάσα, εδώ είμαι πάλι, και δόξα τω Θεώ κι εσύ είσ' ακόμα εκεί. Άλλες τρεις ώρες και θα 'μαι μαζί σου».
Άνω Κερασιά, η εκκλησία των Αγίων Αποστόλων κατεστραμμένη από τους Γερμανούς (φωτογραφία Φίλιππου Γκέσκου, 30-4-1983) Πόσο άσχημα πριν κάμποσο καιρό, αλλά και πόσο μακριά φαινόταν απ' την τελευταία φορά που μιλήσαμε στο τηλέφωνο και κανονίσαμε να βρεθούμε ανάμεσα στα κατεχόμενα εδάφη απ΄ τους Γερμανούς. Σε δευτερόλεπτα οι ανησυχίες μου είχαν φύγει. Τώρα ήξερα ότι, αν ερχόταν το καΐκι, θα ήμουν εκεί για να επιβιβαστώ σ΄ αυτό. Μέσα στην ευφορία μου, ούτε καν ένοιωθα πλέον το διαπεραστικό κρύο σ' εκείνο το ύψος. Συνειδητοποίησα ότι θα χρειαζόμουν έναν οδηγό για να με πάει πάνω από την κορυφή, επειδή το χιόνι είχε καλύψει όλες τις διαδρομές. Βρέθηκε ένας άνθρωπος και μαζί ξεκινήσαμε για την τελευταία ανάβαση προς την κορυφογραμμή, αλλά οι πλαγιές ήταν τόσο πυκνές που ακόμα κι ο οδηγός έχασε το δρόμο του και αναγκάστηκε απλά να κατευθυνθεί μέσα από τη πυκνή θαμνώδη βλάστηση περίπου προς τον προορισμό μας. Σαν να μην έφτανε αυτό, το χιόνι άρχισε να πέφτει και πάλι βαρύ καθώς πλησιάζαμε στην πυκνή ζώνη έλατου που έντυνε την κορυφογραμμή και, μόλις βρεθήκαμε ανάμεσα στα δέντρα, η πορεία πια ήταν χαοτική.
Επιτέλους η χιονόπτωση κόπασε, η πλαγιά έγινε πιο βατή και διασχίσαμε το επίπεδο κομμάτι του δάσους στην κορυφή. Καθώς περνούσαμε στην κατωφέρεια, το δάσος αραίωσε και εκεί, μέσα από την τελευταία αραιή γραμμή των δέντρων, είδα το θέαμα που λαχταρούσα. Τρεις χιλιάδες πόδια πιο κάτω, ακίνητο και μολυβένιο, το Αιγαίο απλωνόταν προς τα ανατολικά. «Θάλαττα θάλαττα!» φώναξα χαρούμενα. Ήταν αστείο, αλλά ήμουνα σε μια ζωηρή, ανεβασμένη διάθεση και εκεί κάτω ήταν η οδός διαφυγής μου. Ναι, η απόδραση από την Ελλάδα ήταν πάνω από όλα στο μυαλό μου εκείνη τη στιγμή. Ο ατέλειωτος ποδαρόδρομος, οι στερήσεις, η φτώχεια, η αθλιότητα, ο καταραμένος παλιόκαιρος, ήταν πάρα πολλά και πολύ πρόσφατα για να επιτρέψουν πιο ισορροπημένες σκέψεις. Η κάθοδός μας ήταν γρήγορη και νωρίς το απόγευμα ήμουν στο Βένετο χαιρετώντας τον Θέμη και τον λοχαγό Henry Hill, τον διοικητή του σταθμού. Ο αγώνας από τα Τζουμέρκα είχε τελειώσει, όπως και ο γύρος μου στην κεντρική Ελλάδα, που επιτεύχθηκε, σύμφωνα με τις σημειώσεις μου, με κόστος 202 ωρών "καλπασμού". Είχα καλύψει περίπου 500 μίλια επίπονης διαδρομής τους τελευταίους δύο μήνες.
"Τέλος και Αποχώρηση" ("Over and Out")*
Ξύπνησα αργά στο σπίτι που ήταν ο σταθμός της Αγγλικής αποστολής στο Βένετο απολαμβάνοντας τους πόνους και την ευχάριστη δυσφορία του ασυνήθιστου πια για μένα ύπνου σε κρεβάτι, αν και το συγκεκριμένο στο οποίο κοιμήθηκα ήταν αυστηρά χωριάτικο. Ζεστό νερό χύθηκε σε μια από τις μακριές ξύλινες σκάφες που χρησίμευαν για το πλύσιμο των ρούχων στην αγροτική, και όχι μόνο, Ελλάδα και ήμουν πια σε θέση να απολαύσω το πρώτο μου μπάνιο εδώ και βδομάδες. Μόνο τότε ένιωσα ότι θα μπορούσα να ταξιδέψω στο εξωτερικό αλλά και να δω την τοπική ζωή.
Ο τόπος ήταν ένα σημαντικό, πετρόχτιστο χωριό, μερικές εκατοντάδες μέτρα πάνω από τη θάλασσα, αλλά κρυμμένο από αυτήν σε μια ανάστροφη πτυχή των λόφων που σε παλαιότερες εποχές παρείχαν φυσική απόκρυψη απ' τους κουρσάρους που λεηλατούσαν κατά μήκος της ακτής. Το ίδιο το όνομά του μαρτυρούσε την εγκατάσταση σ’ αυτό άλλων θαλάσσιων επισκεπτών του Αιγαίου, των Ενετών. Εκτός από την παρουσία ενός αποσπάσματος του ΕΛΑΣ και της αποστολής, η ζωή εδώ ήταν πολύ λιγότερο αναστατωμένη και εμφανώς πιο ευημερούσα από οπουδήποτε αλλού στην Ελλάδα.
Ο χρόνος μου στο χωριό κατά τη διάρκεια των επόμενων ημερών της αναγκαστικής αδράνειας πήρε μια ειδυλλιακή, ονειρική ποιότητα. Το σπίτι της αποστολής, που διηύθυνε η χαρούμενη ιδιοκτήτριά του κυρία Ευτυχία, ήταν πεντακάθαρο, λιτό και άνετο. Ήταν ανακούφιση να μπορώ να κάθομαι σε κανονικές ώρες μπροστά σε καλομαγειρεμένα γεύματα χωρίς τον κόπο να τα οργανώσω. Ακόμη και τα άφθονα φρούτα ήταν μια ευχαρίστηση. Ο καιρός ήταν εκπληκτικά ήπιος και γλυκός, παρά το χιόνι που βρισκόταν τόσο κοντά μας. Η θάλασσα ήταν συνεχώς ήρεμη σαν καθρέφτης. Όλα ήταν τέλεια. Υπήρχε ένα αρχαίο γραμμόφωνο μέσα απ’ το τεράστιο χωνί του οποίου γέμιζε το σπίτι με τις εντάσεις των συναισθηματικών ελληνικών βαλς και τανγκό:
«Το πρωί με ξυπνάς με φιλιά, μου χαϊδεύεις γλυκά τα μαλλιά...».
Μέχρι σήμερα, ο ήχος αυτών των γλυκών ρεφρέν από το παρελθόν θυμίζει άμεσα την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα του Βένετου…
Ο κύριος σκοπός του σταθμού αποστολής μας ήταν να λειτουργεί το ελληνικό άκρο της υπηρεσίας μεταφοράς μεταξύ των ακτών του Πηλίου και της Τουρκίας. Μέσω του ασυρμάτου του λάμβανε νέα για τους χρόνους άφιξης των καϊκιών της S.O.E., τα οποία κατέφταναν σε αρκετά τακτά χρονικά διαστήματα φέρνοντας φορτία ρούχων και εξοπλισμού για τους αντάρτες. Έπρεπε να λαμβάνονται τα απαραίτητα μέτρα ώστε τα φορτία των αποστολών αυτών να ξεφορτώνονται και να διανέμονται γρήγορα ώστε να αποφευχθεί το ενδιαφέρον του εχθρού. Το Πήλιο κρατήθηκε σθεναρά από τον ΕΛΑΣ και, αναγκαστικά, πολλές από τις προμήθειες που αποκτήθηκαν με αυτόν τον τρόπο παρέμειναν εντός των ορίων του βουνού. Στα ταξίδια επιστροφής αυτών των καϊκιών προς την Τουρκία φυγαδεύονταν οποιοσδήποτε έπρεπε απαραίτητα να επιστρέψει στην Μέση Ανατολή.
Ο Henry Hill βοηθήθηκε σε όλα αυτά και από την συνεργασία με τον ΕΛΑΣ αλλά και από τρεις Έλληνες τακτικούς αξιωματικούς: τον Κώστα Μάϊνο, τον Γιάννη Λάζαρη και τον Γιώργο Σάρρο, τους οποίους γνώριζα ήδη από το Κάιρο. Το έργο αυτών των τελευταίων ήταν αξιοζήλευτο σε μια περιοχή του ΕΛΑΣ, δεδομένου ότι αναπόφευκτα θεωρούνταν από την ηγεσία των ανταρτών ως εργαλεία του μισητού βασιλικού καθεστώτος. Λίγο μετά την άφιξή μου, ο ταγματάρχης Paul Harker ήρθε στο Βένετο επικεφαλής μιας ετερόκλητης ομάδας εκτοπισμένων, όλοι αποφασισμένοι να φύγουν με το ίδιο καΐκι. Μεταξύ αυτών ήταν ένα άλλο ιδρυτικό μέλος της αποστολής, το οποίο θα ονομάσω Eric Butler. Υπήρχαν επίσης δύο Αυστραλοί που είχαν κρυφτεί κατά τη διάρκεια της υποχώρησης του 1941 και είχαν καταφέρει να επιβιώσουν μέχρι που ο ερχομός της αποστολής τους κάλεσε στην υπηρεσία της. Ένας από αυτούς, ο «Slim» Wrigley από τη Μελβούρνη, εμφανίστηκε στο γραφείο μου στη Θεσσαλονίκη το 1973, ενώ επισκεπτόταν την οικογένεια της Ελληνίδας συζύγου του στην Κατερίνη. Το πατέρα της τον σκότωσαν οι Γερμανοί επειδή τον φιλοξενούσε όταν ήταν φυγάς.
Υπήρχε, επιπλέον, μια ομάδα Αμερικανών αεροπόρων που είχαν καταρριφθεί κατά τη διάρκεια διαφόρων ημερήσιων βομβαρδισμών στον Πειραιά. Ήταν επίσης ένα μείγμα αξιωματικών και υπαξιωματικών που είχαν σχεδόν όλοι πέσει με αλεξίπτωτο στην περιοχή της Βοιωτικής πεδιάδας, όπου ήταν εξαιρετικά τυχεροί που διέφυγαν τη σύλληψη από τις εχθρικές φρουρές. Ένας απ' αυτούς, ένα ευχάριστο αγόρι ιταλικής καταγωγής που ήταν πυροβολητής ουράς, είχε χάσει το ένα του μάτι στην εναέρια μάχη όταν το αεροπλάνο του καταρρίφθηκε, αλλά υπέφερε αυτή την απώλεια με ήρεμη καρτερία και ήταν παράδειγμα για τους συντρόφους του, οι οποίοι γκρίνιαζαν αδιάκοπα για τις δυσκολίες της πορείας και την άθλια τροφή με την οποία ζούσαν. Για να τους δικαιώσουμε, οι περισσότεροι από αυτούς πιθανότατα δεν είχαν περπατήσει ποτέ στη ζωή τους πέρα απ’ την απόσταση ως την μπροστινή πόρτα του αυτοκινήτου, και το να πρέπει να διανύσουν την απόσταση που είχαν διανύσει, φορώντας τις βρετανικές μπότες υπηρεσίας και τη στολή μάχης με την οποία είχαν εξοπλιστεί, ήταν αναμφίβολα μια δοκιμασία. Ακόμη και η σχετικά πολιτισμένη κουζίνα του Βένετου ήταν κατάρα γι’ αυτούς. Ένας μικροσκοπικός λοχίας από την Οκλαχόμα συνόψισε την διάθεση του χαμένου μικρού αγοριού αναφωνώντας: «Θεέ μου, τι δε θα έδινα για λίγη από την κολοκυθόπιτα της μαμάς μου αυτή τη στιγμή».
Ο Henry Hill έπρεπε να φύγει για μια σύντομη επίσκεψη κάτω από την ακτή και κάλεσε τον Θέμη κι εμένα να τον ακολουθήσουμε. Πήραμε το απότομο μονοπάτι κάτω από τα βράχια προς τη θάλασσα, φτάνοντας σε ένα μικρό όρμο που ονομάζεται Κουλούρι, όπου δύο μικρά καΐκια ήταν δεμένα, αόρατα απ’ την ανοιχτή θάλασσα. Σκαρφαλωμένο στα δέντρα πάνω από αυτό το αγκυροβόλιο ήταν το καλύβι ενός ψαρά, το σπίτι μιας φοβερής γριάς που ονομαζόταν Κλεοπάτρα,** η οποία ήταν σίγουρα βασίλισσα στο Κουλούρι, αν και καθόλου όμορφη.
Με ένα από αυτά τα σκάφη κινηθήκαμε κοντά στην ακτή νότια προς τα κάτω. Για πρώτη φορά μπόρεσα να εκτιμήσω όλη την ομορφιά αυτού του βουνού, του οποίου η καταπράσινη πλευρά βυθίζεται απότομα στο Αιγαίο, αφήνοντας χώρο εκεί που αγγίζει το νερό σε μια σειρά από ημικυκλικές παραλίες ανάμεσα στα ακρωτήρια.
Παραπλέοντας τις ακτές Νότια από το Κουλούρι...Αφού περάσαμε τον μικρό οικισμό του Χορευτού, στρίψαμε σ’ ένα ακρωτήρι και φτάσαμε στο χωριό του Αγίου Ιωάννη που βρίσκεται κατά μήκος της επόμενης παραλίας. Εδώ οδηγήσαμε το σκάφος κατευθείαν στην ακτή και πηδήξαμε έξω στα ρηχά. Μια απότομη ανάβαση 1.500 ποδιών, μέσα από περιβόλια και γυμνές καρυδιές, μας έφερε στο σπίτι της Αγγλικής αποστολής στο Μούρεσι καθώς έπεφτε το σκοτάδι.Αυτή δεν ήταν η συνηθισμένη βάση του Hill, αλλά τη χρησιμοποίησε όταν επισκέφθηκε τη διοίκηση του ΕΛΑΣ στο διπλανό χωριό Κισσός. Είχε εγκαταστήσει την συσκευή του ασυρμάτου του εδώ, καθώς το επιπλέον ύψος έδινε καλύτερη λήψη από ό,τι στο Βένετο. Ο χειριστής δεν είχε νέα να μας δώσει από το Κάιρο για την άφιξη του καϊκιού μας.
Το πρωί περπατήσαμε στο Κισσό για να συζητήσουμε με τον ΕΛΑΣ, ο οποίος επιβεβαίωσε την εντύπωσή μου ότι ήταν πιο φιλικός εδώ από ό,τι αλλού. Μοιραστήκαμε ένα γεύμα μαζί τους και επιστρέψαμε στο σπίτι της αποστολής μας για να μάθουμε ότι η απογευματινή επαφή με το Κάιρο δεν είχε φέρει ακόμα νέα. Ένιωσα τις πρώτες αμυδρές συσπάσεις ανησυχίας μήπως δεν έρθει ποτέ το καΐκι. Ο Hill αποφάσισε να διανυκτερεύσουμε εκεί με την ελπίδα να ακούσει κάτι το πρωί, και αυτή τη φορά πήραμε επιτέλους νέα ότι το καΐκι αναμενόταν να φτάσει την επόμενη μέρα, 22 Δεκεμβρίου.
Κατηφορίζοντας προς τον Άη Γιάννη (για να του δώσουμε το πιο συνηθισμένο του όνομα) καθίσαμε αρκετή ώρα στο καφενείο κουβεντιάζοντας με τους ντόπιους. Αυτό το μέρος με γοήτευε ακόμα και τότε, σε καιρό πολέμου, χειμώνα. Ο καθαρός ορεινός χείμαρρος που ορμούσε προς τη θάλασσα ανάμεσα στα γιγαντιαία πλατάνια, ο θόρυβος και η φλυαρία των γυαλισμένων μαρμάρινων βότσαλων κάτω από το απαλό μασάζ των κυμάτων, η πλήρης τότε αδυναμία πρόσβασης σε τροχοφόρα κυκλοφορία, όλα συνδυάστηκαν για να ασκήσουν μια ισχυρή γοητεία. Ήταν τόσο απομακρυσμένο από τον πόλεμο, την κατοχή, τον πολιτισμό - ήταν εξωπραγματικό.
Ο ιδιοκτήτης του καφενείου, Πανταζής Λεβέντης, ήταν ο Πρόεδρος του χωριού και ο Hill μου είπε ότι ήταν ένθερμος αγγλόφιλος και ενθουσιώδης βοηθός της αποστολής. Είχε την ευλογία ενός υπέροχου χιούμορ βγαλμένου από ένα ανέκφραστο πρόσωπο και ένα άφθονο απόθεμα σπιτικού τσίπουρου, συνδυασμός αρκετός για να τον κάνει αγαπητό σε όλους μας.
Στη συνέχεια επιστρέψαμε στη βάση μας στο Βένετο. Ο Hill προσκλήθηκε από τον ΕΛΑΣ εκείνο το βράδυ και πήγε στο καφενείο-κρασο-παντοπωλείο συνοδευόμενος από δύο Αμερικανούς πιλότους, ένας εκ των οποίων μοιραζόταν το δωμάτιο μαζί μου. Μία ή δύο φορές κατά τη διάρκεια της νύχτας ξύπνησα από τους ήχους του γλεντιού στην άκρη του χωριού - κλαρίνο και κύμβαλα που συνόδευαν μια βραχνή και μεθυσμένη χορωδία στους ήχους ενός από τα πιο γνωστά εμβατήρια του ΕΛΑΣ:
«Δεν μας τρομάζουν των Γερμανών τα βόλια
των φασιστών τα άδοξα σπαθιά
τόχουμε γράψει βαθιά μες στην καρδιά μας
λαοκρατία και όχι βασιλιά.»Και λίγο αργότερα, όχι ακριβώς όπως στη γραμμή της Μόσχας:
«τόχουμε γράψει βαθιά μες στην καρδιά μας
λαοκρατία και όχι παρθενιά».Αμυδρά αντιλήφθηκα τον συγκάτοικό μου που έψαχνε ψηλαφώντας να βρει το δρόμο του για ύπνο τις πρώτες πρωινές ώρες. Στη συνέχεια, την αυγή, με ξύπνησε ξανά καθώς σκόνταψε έξω απ' το δωμάτιο στο κεφαλόσκαλο της πέτρινης εξωτερικής σκάλας (που ήταν χωρίς κάγκελα) και έπειτα προχώρησε για να... ξαλαφρώσει στην άκρη του. Ακούστηκαν υπόκωφες κραυγές έκπληξης που τις ακολούθησαν οι οργισμένες φωνές ενός καυγά. Η κυρά Ευτυχία είχε χτυπηθεί δυνατά στο πρόσωπο καθώς κοιμόταν ειρηνικά στην αυλή από κάτω...
Ο Αμερικανός ήταν ακόμα τύφλα στο μεθύσι όταν ξύπνησε την ώρα του πρωινού. Όρθιος γυμνός στη μέση του δωματίου, εκτόξευε σιντριβάνια σε όλο το πάτωμα και η καλοσυνάτη Ευτυχία έπρεπε να έρθει και να σφουγγαρίσει για άλλη μια φορά.
Εκείνο το απόγευμα ξύρισα τα γένια μου, τα οποία είχαν πλέον γίνει αρκετά μακριά και μαλακά για να παίζω ευχάριστα. Η απομάκρυνσή τους συμβόλιζε για μένα το τέλος της παράνομης και αντισυμβατικής ζωής στην Ελλάδα, αλλά και η παροδική αίσθηση της μωρουδίστικης επιδερμίδας, ήταν κάποια παρηγοριά. Κάναμε ό,τι ήταν απαραίτητο για την αναχώρησή μας - κυρίως να συγκεντρώσουμε ξηρά τροφή για το πέρασμα του Αιγαίου - και καθίσαμε περιμένοντας νέα για την άφιξη του καϊκιού. Τίποτα δεν εμφανίστηκε.
Ένα μήνυμα ήρθε αργότερα από το Μούρεσι ότι το σκάφος μας είχε φύγει από την Τουρκία στις 21, αλλά ακόμα δεν υπήρξε κανένα σημάδι του.
Παραμονή Χριστουγέννων. Πρέπει να φτάσει σήμερα. Κατά κάποιο τρόπο, όμως, τα πράματα ήταν λίγο δυσοίωνα. Θυμήθηκα ότι ακριβώς ένα χρόνο πριν, την παραμονή των Χριστουγέννων του 1942, η αρχική ομάδα, μετά από τρεις νύχτες παραμονής στην παραλία κοντά στην Πάργα περιμένοντας ένα υποβρύχιο, είχε λάβει τελικά την είδηση ότι δεν θα ερχόταν ποτέ. Ο Θεός ξέρει, ο Θέμης και ο Eric Butler είχαν περισσότερους λόγους από μένα να τα θυμούνται!
Το απόγευμα πέντε ακόμη Αμερικανοί αποφάσισαν να έρθουν μαζί μας, ανεβάζοντας συνολικά τον αριθμό σε 27 άτομα. Το σούρουπο, σίγουροι ότι αυτή πρέπει να είναι η νύχτα, κατεβήκαμε στο Κουλούρι όπου ανάψαμε φωτιά στα βράχια που έβλεπαν στη θάλασσα και κανονίσαμε να παρακολουθούμε εκ περιτροπής. Ήταν 1:00 το πρωί των Χριστουγέννων όταν ξύπνησα για να αρχίσω την βάρδια μου. Η νύχτα ήταν πίσσα σκοτεινή και απάνεμη, μόνο ο απαλός παφλασμός της θάλασσας από κάτω έφερνε κάποιο εμπόδιο στα τεντωμένα αυτιά μου. Ξαφνικά, μετά από μισή ώρα, νόμιζα ότι άκουσα τον πολύ αχνό ήχο μιας πετρελαιομηχανής. Τότε μια απαλή ριπή απ' το αεράκι της θάλασσας μου τον έφερε ξανά. Δεν υπήρχε αμφιβολία, ήταν ο χαρακτηριστικός ήχος ενός μονοκύλινδρου ντιζελοκινητήρα που στροφάριζε πολύ ήσυχα καθώς το σκάφος γλιστρούσε αργά και επιφυλακτικά προς την ακτή...
...Πίεσα τον εαυτό μου να περιμένει μέχρι να πλησιάσει λίγο ακόμα, τα δάχτυλά μου με έτρωγαν για να πατήσω το κουμπί στον φακό οπτικού σήματος. Δεν μπορούσα πλέον να συγκρατήσω τον εαυτό μου. Αφού έστρεψα τον φακό προς τη θάλασσα, σχημάτισα με μανία τα κωδικά γράμματα ξανά και ξανά μέχρι που ο αντίχειράς μου δε λυγούσε πια. Μια αιωνιότητα πέρασε πριν η λάμπα του καϊκιού αρχίσει να αναβοσβήνει την απάντηση. Ήμουν τόσο ενθουσιασμένος που ξέχασα να μετρήσω τις τελείες και τις παύλες, αλλά τις πήρα στην επανάληψη. Ήταν το σκάφος μας, εντάξει. Φώναξα και πήδηξα σαν τρελός, ξυπνώντας την υπόλοιπη παρέα, που σε χρόνο μηδέν ήταν όρθιοι στα πόδια τους στοιβάζοντας περισσότερα ξύλα στη φωτιά και φλυαρώντας σαν ενθουσιασμένοι μαθητές.
Ο Henry Hill πήδηξε σε μια από τις μικρές βάρκες και ανοίχτηκε για να συναντήσει τη νέα άφιξη. Το καΐκι έριξε άγκυρα, αλλά δεν μπορέσαμε να διακρίνουμε τα ίχνη που άφηνε στην επιφάνεια του νερού μέσα στο σκοτάδι. Στη συνέχεια, ο Hill επέστρεψε για να πει ότι ο πλοίαρχος έπρεπε να ξεφορτώσει αμέσως και δεν μπορούσε να μας επιβιβάσει το ίδιο βράδυ. Έτσι, καθίσαμε να κοιμηθούμε ξανά στα βράχια, ενώ το φορτίο μεταφέρθηκε στον όρμο με τις μικρές βάρκες. Την αυγή μπορέσαμε επιτέλους να δούμε το μέσον διαφυγής μας. Ήταν ένα μεγάλο δικάταρτο σκαρί με τις τυπικές γραμμές ενός τρεχαντηριού. Ήταν πολύ μακριά για να διαβάσουμε το όνομά του, αλλά το πλήρωμα μας είπε ότι ονομάζονταν "Καλή Τύχη".
Όλο το φορτίο είχε μέχρι τότε μεταφερθεί στην ξηρά, στον όρμο, και αν έριχνε κάποιος μια βιαστική ματιά από τη θάλασσα, η "Καλή Τύχη" βρισκόταν αθώα αγκυροβολημένη σε μια άδεια παραλία. Αλλά η σκηνή στον όρμο ήταν μια απερίγραπτη σύγχυση. Βαρέλια λαδιού βρίσκονταν διάσπαρτα πάνω στις πέτρες καθώς μια ομάδα ανταρτών έφτασε με μουλάρια για να μοιράσει το φορτίο και να το μεταφέρει μακριά στο βουνό. Τα βαρέλια πετρελαίου άνοιξαν και βγήκαν εκατοντάδες ζευγάρια υπηρεσιακές μπότες, στολές, χακί πουλόβερ και κάλτσες. Η απαγόρευση της διακίνησης όπλων εξακολουθούσε να ισχύει και το φορτίο αυτό ήταν το ελάχιστο που μπορούσε να σταλεί για να εξασφαλίσει τη συνεργασία του ΕΛΑΣ, ο οποίος έλεγχε τις ακτές του Πηλίου.
Ο Μάϊνος (όρθιος αριστερά) και ο υπολοχαγός Ρηγόπουλος του ΕΛΑΣ (όρθιος δεξιά) μαζί με το πλήρωμα του "Καλή Τύχη" και ντόπιους βοηθούς. Κουλούρι, Χριστούγεννα, 1943 Ενώ η ομάδα μας επέστρεψε στο χωριό, μέχρι το βράδυ ο Θέμης και εγώ συνεχίσαμε να βοηθάμε τον Hill και τους άνδρες του ΕΛΑΣ. Η Κλεοπάτρα ανακοίνωσε ότι επρόκειτο να μαγειρέψει ένα Χριστουγεννιάτικο δείπνο για εμάς και το πλήρωμα και γύρω στις 3:00 μ.μ. μας κάλεσε σε ένα μικρό ξέφωτο ακριβώς πάνω από το εξοχικό της, όπου είχε τοποθετηθεί ένα τραπέζι και πάγκοι. Καθίσαμε μπροστά σε μια υπέροχη ψητή γαλοπούλα και χοιρινό κρέας που το είχε μαγειρέψει με άφθονο αρωματικό κόκκινο κρασί. Ήμασταν σε μια όλο και περισσότερο αισιόδοξη διάθεση, το απόγευμα ήταν απίστευτα ήπιο για την ημέρα των Χριστουγέννων, με έναν λαμπερό ήλιο να δύει πίσω από τα χιόνια του Πηλίου, και όλα έδειχναν τώρα ότι τίποτα δε θα μπορούσε να πάει στραβά. Όμως, απλά για να μας υπενθυμιστεί ότι τα πράγματα δεν ήταν καθόλου τόσο σίγουρα, εκείνη ακριβώς τη στιγμή δύο γερμανικά υδροπλάνα, πετώντας πολύ χαμηλά, έστριψαν ξαφνικά από το ακρωτήρι στο μικρό κόλπο μας. Πρέπει να είδαν το αγκυροβολημένο καΐκι, γιατί γύρισαν πίσω και έκαναν κύκλους αργά τρεις ή τέσσερις φορές πάνω από τον όρμο. Ήταν μια άσχημη στιγμή. Δεν μπορούσαμε να γνωρίζουμε αν ο εχθρός είχε πάρει είδηση τις δραστηριότητές μας και ήταν έτοιμος να μας επιτεθεί ή αν αυτή ήταν μια περιπολία ρουτίνας. Με τη χάρη του Θεού είχαμε καθαρίσει όλα τα ίχνη του φορτίου κάτω στη παραλία, οπότε αποφασίσαμε βιαστικά να παραμείνουμε όπως είμασταν και να ελπίσουμε ότι οι Γερμανοί θα νόμιζαν ότι επρόκειτο για το πλήρωμα ενός καϊκιού που ήταν στη στεριά για το Χριστουγεννιάτικο γιορτινό τραπέζι. Πώς δε κατάφεραν να δουν τη στολή μάχης που φορούσαμε ποτέ δεν το κατάλαβα. Πετούσαν τόσο χαμηλά που μπορούσαμε να δούμε τους πιλότους να μας κοιτάζουν. Για να καθησυχάσουμε τις υποψίες τους, τους χαιρετήσαμε χαρούμενα και προς μεγάλη μας χαρά ανοίχτηκαν στη θάλασσα και συνέχισαν την παράκτια περιπολία τους προς τα κάτω. Ήταν πολύ πιθανό και φυσικό να βιάζονταν να επιστρέψουν στο δικό τους Χριστουγεννιάτικο δείπνο στο Βόλο και αποφάσισαν να παραβλέψουν μερικές βρετανικές στολές.
Το καΐκι "Καλή Τύχη" αγκυροβολημένο στον όρμο Κουλούρι του Βένετου. Χριστούγεννα, 1943 Το σούρουπο η παρέα μας ήρθε από το Βένετο και μας μετέφεραν στο "Καλή Τύχη" με τα λιγοστά υπάρχοντά μας. Στο πλοίο μας είπαν να νιώσουμε σα στο σπίτι μας, κάτι που ήταν λίγο δύσκολο ενόψει του γεγονότος ότι ένα φορτίο κρεμμυδιών γέμιζε μεγάλο μέρος απ' το αμπάρι του καϊκιού. Αυτό ήταν ένα ψεύτικο φορτίο που είχε καλύψει τα βαρέλια πετρελαίου σε περίπτωση επιθεώρησης κατά την διάρκεια της πορείας. Ο πλοίαρχος είχε πλαστά έγγραφα που έδειχναν ότι ασχολούνταν με το νόμιμο εμπόριο μεταξύ των νησιών. Αυτά τα κρεμμύδια ήταν σκληρά και άβολα, καθώς και ευωδιαστά, οπότε με 27 από εμάς συγκεντρωμένους στο αμπάρι, το πέρασμα του Αιγαίου υπόσχονταν να είναι διασκεδαστικό.
Στις 6:00 η ώρα ο καπετάνιος έβαλε τον καμινέτο στο σημείο προθέρμανσης του πετρελαιοκινητήρα και στη συνέχεια γύρισε τη μανιβέλα. Μάλλον αβέβαιος, ο μονοκύλινδρος άρχισε να πυροβολεί και στη συνέχεια σταθεροποιήθηκε σε έναν αργό, δυνατό ρυθμό που ταρακουνούσε ολόκληρο το καΐκι με κάθε χτύπημα. Το Πήλιο σταδιακά χάνονταν πίσω μας. Ο κινητήρας χάλασε μια φορά, αλλά χάρη σε πολλά μαστορέματα διορθώθηκε και πλεύσαμε όλη τη νύχτα σε μια πάρα πολύ ήσυχη θάλασσα. Την επαύριο των Χριστουγέννων το πρωί ο καπετάνιος μας άφηνε στο κατάστρωμα εκ περιτροπής λίγο να τεντώσουμε τα χέρια μας και να πάρουμε μια ανάσα καθαρού αέρα. Περνούσαμε κοντά από τους ακατοίκητους βράχους των εξωτερικών Σποράδων. Ο καιρός ήταν πεντακάθαρος και η θάλασσα τόσο ήρεμη που τα ιπτάμενα ψάρια πηδούσαν για αρκετά μέτρα πριν γλιστρήσουν ξανά κάτω από την επιφάνεια. Περάσαμε τη μέρα μας σε τρώγοντας χαλβά, βοδινό κρέας και πορτοκάλια.
Μέχρι το σούρουπο είχαμε φτάσει πια στο πιο επικίνδυνο κομμάτι του ταξιδιού μας, το άνοιγμα πλάτους 25 μιλίων μεταξύ Μυτιλήνης και Χίου από το οποίο έπρεπε να περάσουμε για να φτάσουμε στα τουρκικά χωρικά ύδατα. Οι Γερμανοί γνώριζαν πολύ καλά την παράνομη διακίνηση μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας και πραγματοποιούσαν συνεχείς περιπολίες σ΄ αυτό το πέρασμα με ταχύπλοες τορπιλακάτους. Για λίγα λεπτά ο πλοίαρχος έτρεχε πέρα δώθε για να προσαρμόσει μια αυτοσχέδια πατέντα που θα έπνιγε τον θόρυβο της εξάτμισης. Η τελευταία, όπως και στα περισσότερα ελληνικά καΐκια, αποτελούνταν από ένα μεγάλο σωλήνα που ανέβαινε από την οροφή του μηχανοστασίου και γύριζε χαμηλώνοντας προς τη κατεύθυνση της πρύμνης. Είχαμε ήδη παρατηρήσει ότι είχε τη κακή συνήθεια να πετάει βρύσες από σπινθήρες που παρασύρονταν από το αεράκι της πορείας μας. Μετά από λίγη ώρα, ξαφνικά είδαμε μια τεράστια λάμψη να φωτίζει την ανοιχτή καταπακτή του αμπαριού. Ακούστηκαν ξέφρενες φωνές έντασης απ’ το πλήρωμα. Ένας δυο από εμάς σκαρφαλώσαμε στο κατάστρωμα νομίζοντας ότι το καΐκι είχε πέσει στον προβολέα κάποιου περιπολικού σκάφους και περιμέναμε να επιβεβαιωθούν οι υποψίες μας. Το θέαμα που αντίκρισαν τα μάτια μας δεν ήταν καθόλου ευχάριστο: μια σπίθα από την εξάτμιση είχε πάει σε ένα ανοιχτό βαρέλι με πετρέλαιο στο κατάστρωμα και το άναψε. Η φωτιά τινάχτηκε ψηλά σαν ένας μεγάλος πυρσός και έδειχνε τη θέση μας σε κάθε Γερμανό της περιοχής. Όταν οι πύρινοι πίδακες δεν μπορούσαν να πάνε άλλο πιο ψηλά, καταφέραμε να πετάξουμε το βαρέλι στη θάλασσα όπου τελικά έσβησε.
Προχωρήσαμε μέσα από τα στενά Μυτιλήνης-Χίου για το υπόλοιπο της νύχτας μέχρι που ο πλοίαρχος ανακοίνωσε ότι βρισκόμασταν σε τουρκικά ύδατα, καθώς στρίβαμε νότια προς τα κάτω παράλληλα στην ακτή. Οι άντρες του πληρώματος άρχισαν να πίνουν για να καλμάρουν τα νεύρα τους μετά απ’ αυτή τη δοκιμασία, αλλά και τα όσα άκουσαν απ' τους υπόλοιπους. Προσωπικά δεν τους κατηγόρησα. Αν είχαν συλληφθεί, η καλύτερη ελπίδα τους θα ήταν ένα γρήγορο ταξίδι στον τόπο εκτέλεσης.
Το Αιγαίο μπορεί να γίνει μια ύπουλη θάλασσα, αν και μας είχε δώσει ένα τέλειο ταξίδι, σκόπευε όμως να μας υπενθυμίσει ποιος κρατούσε το μαστίγιο. Μια ξαφνική, δυνατή ριπή ανέμου μας χτύπησε με μανία. Το πλήρωμα, εκτός από τον καπετάνιο, είχε πλέον παραλύσει και όχι μόνο δεν ήταν σε θέση να σηκώσει και να δέσει σταθερά ένα πανί, αλλά άφησε και τη μηχανή να σβήσει. Ξημέρωνε και πλέαμε αβοήθητοι στα κύματα περίπου διακόσια μέτρα από τις βραχώδεις τουρκικές ακτές. Αμυδρά μπορούσαμε να διακρίνουμε κάποιο είδος φυλάκιου, ακούσαμε σφυρίγματα και είδαμε Τούρκους στρατιώτες να τρέχουν να επανδρώσουν τις θέσεις τους. Περιμέναμε ν' αρχίσουν να μας πυροβολούνε έξω στ' ανοιχτά που είμασταν ανά πάσα στιγμή. Ο πλοίαρχος ξεκίνησε τελικά με μια λέμβο και κωπηλάτησε από την ανοιχτή θάλασσα στην πλησιέστερη παραλία όπου έδειξε τα χαρτιά του σ' έναν Τούρκο αξιωματικό. Ο τελευταίος όμως, μας είχε δει όλους στο κατάστρωμα και ήθελε περαιτέρω εξηγήσεις, οπότε ο πλοίαρχος επέστρεψε και ζήτησε δύο εθελοντές να βγουν στην ξηρά. Ο Paul Harker και ο Eric Butler προσφέρθηκαν και απομακρύνθηκαν με έναν άλλο κωπηλάτη του πληρώματος. Παρακολουθήσαμε τη μικρή ομάδα να μιλάει στην παραλία, τότε μας έκαναν σήμα ότι όλα ήταν εντάξει, αλλά η θάλασσα πλέον ήταν πολύ ταραγμένη για να επιστρέψουν. Ο καπετάνιος είχε καταφέρει να σηκώσει ένα πανί και προχωρήσαμε μ' αυτό, χωρίς άλλα απρόοπτα, μέχρι το μικρό έρημο αλιευτικό λιμάνι της Αγριλιάς, το οποίο χρησιμοποιούνταν ως βάση των καϊκιών.
Ένας Τούρκος τελωνειακός υπάλληλος ήρθε στο πλοίο και κατέβηκε στο αμπάρι για να μας χαιρετήσει, χαμογελώντας πλατιά και προσφέροντάς μας ένα μικρό μπουκάλι ρακή. Αυτό φάνηκε ελπιδοφόρο. Στην ξηρά μας συνάντησε ένας Έλληνας του SOE, ονόματι Μπουγιώτας, ο οποίος μας ζήτησε να παραδώσουμε τα όπλα, τα κιάλια και τις πυξίδες μας για ασφαλή μεταφορά στη Σμύρνη όπου θα τα παίρναμε πίσω. Μετά από μεγάλη αναμονή, επιβιβαστήκαμε σ' ένα αρχαίο σχολικό λεωφορείο και οδηγηθήκαμε λίγα χιλιόμετρα μέχρι το λιμάνι του Τσεσμέ, όπου έπρεπε να υποβληθούμε στις διατυπώσεις υγειονομικού ελέγχου και μετανάστευσης. Εδώ ξανασυναντηθήκαμε με τον Harker και τον Butler.
Μας έβαλαν σε ένα παγωμένο κελάρι όπου μια παλιόγρια μας διέταξε να βγάλουμε όλα μας τα ρούχα για απολύμανση. Στεκόμασταν τριγύρω τσίτσιδοι τρέμοντας και καθώς η γριά άρχισε να μαζεύει τα ρούχα μας, ο Θέμης είχε τη λαμπρή ιδέα να γλιστρήσει στη χούφτα της μια χρυσή λίρα, τα μόνα χρήματα που είχαμε στη διάθεσή μας. Λειτούργησε ως δια μαγείας. Μέσα σε λίγα λεπτά φορέσαμε τα απολυμασμένα μας ρούχα, ενώ η γριά προσποιήθηκε ότι θα μας πιστοποιούσε όλους χωρίς ψείρες. Στη συνέχεια μας πήγαν στο νοσοκομείο για εμβολιασμό και σταθήκαμε σ' ένα μεγάλο κύκλο με τα χέρια μας γυμνά, ενώ ένας γιατρός, χαμογελώντας κυνικά, έριξε στο μπράτσο κάθε άνδρα λίγες σταγόνες καθαρού υγρού από μια γυάλα πάστας κρέατος, πιθανώς νερό. Η όλη παράσταση ήταν τόσο πρόχειρη που δεν υπήρξε καμία προσπάθεια ούτε καν να προσομοιωθεί ο ερεθισμός του δέρματος απ' το δήθεν εμβόλιο...
Η τελευταία μας επίσκεψη ήταν στο γραφείο του κυβερνήτη όπου καταθέσαμε με τη σειρά ενώπιον δύο αστυνομικών που ζήτησαν τα στοιχεία μας και δακτυλογράφησαν ένα πιστοποιητικό για τον καθένα μας. Καθώς ήρθε η σειρά μου, φώναξα: «91642, Λοχαγός*** Michael Ward». «Ναι, πράγματι, κύριε Γουόρντ», ήρθε η ευγενική απάντηση. Είστε ένας Άγγλος καπνέμπορος εγκατεστημένος εδώ και χρόνια στην Ελλάδα, έτσι δεν είναι; «Μα φυσικά», είπα. «Πόσο έξυπνο εκ μέρους σας που το γνωρίζετε!»
Όλοι μας, στην πραγματικότητα, ήμασταν αθώοι πολίτες που είχαμε καταφέρει να φτάσουμε στο τουρκικό έδαφος, αβοήθητοι, με τις δικές μας προσπάθειες και μόνο!
Η τελευταία πράξη σε αυτό το θέατρο της Αλίκης στη Χώρα των Θαυμάτων, ακολούθησε καθώς μπήκαμε στο μεγάλο γραφείο του κυβερνήτη. Φορούσαμε όλοι στολές, διαφορετικές ίσως, αλλά αναγνωρίσιμες ως στολές. Καθώς στεκόμασταν μπροστά του, ήρθε και μας έσφιξε το χέρι, και μετά μας είπε:
«Κύριοι, είναι χαρά μου να σας καλωσορίζω στο τουρκικό έδαφος. Όλοι αντιλαμβάνεστε, είμαι βέβαιος, ότι αν είχα την παραμικρή υποψία πως ανήκατε σε προσωπικό ενόπλων δυνάμεων, θα ήταν καθήκον μου να σας φυλακίσω. Ωστόσο, όλοι με διαβεβαιώσατε ότι είστε πολίτες και δέχομαι τον λόγο σας. Θα ήταν τιμή μου να πάρετε ένα φλιτζάνι καφέ μαζί μου και έπειτα είσθε ελεύθεροι να προχωρήσετε».
Αυτά τα κωμικά επεισόδια είχαν συνοδευτεί από ώρες αναμονής. Ήταν πλέον 9:00 το βράδυ. Επιβιβαστήκαμε ξανά στο σχολικό λεωφορείο και ξεκινήσαμε για αυτό που θα έπρεπε να ήταν ένα ταξίδι 2 ωρών για τη Σμύρνη. Αντ' αυτού, υποφέραμε 8 ώρες βλαβών, καταρρακτώδους βροχής και αφόρητης αγωνίας, καθώς καθόμασταν με το πηγούνι σφηνωμένο στα γόνατά μας σε κάτι καθίσματα φτιαγμένα για μικροσκοπικά παιδάκια. Στις 5:00 τα χαράματα μας άφησαν στο ξενοδοχείο Izmir Palace εξαντλημένους και απίστευτα πεινασμένους, καθώς δεν είχαμε βάλει τίποτα στο στόμα μας απ' τα μισά του Αιγαίου. Αφού φάγαμε πρόχειρα, πέσαμε στα πρώτα πολιτισμένα κρεβάτια εδώ και μήνες. Ακόμα και τότε όμως δεν ησυχάσαμε. Μια ώρα αργότερα, άνδρες από το γραφείο του SOE ήρθαν στα δωμάτιά μας μοιράζοντας φτηνά και άσχημα τουρκικά ρούχα και απαλλάσσοντάς μας όμως από τις βρώμικες στολές μας. Έτσι, μας είπαν, θα μπορούσαμε να κατέβουμε κάτω ως απλοί κανονικοί πολίτες, χωρίς να τραβάμε την προσοχή των κατασκόπων του Άξονα που λέγεται ότι συρρέουν στους δημόσιους χώρους των ξενοδοχείων ειδικά γι' αυτό το σκοπό.
Ήμουν πολύ ανήσυχος και νευρικός για να κοιμηθώ. Ο Eric Butler, ο οποίος μοιραζόταν ένα δωμάτιο μαζί μου, ήταν επίσης ανήσυχος. Καθώς ντυνόμασταν τον παρατήρησα να προσαρμόζει ανάμεσα στα σκέλη του ένα ασυνήθιστο είδος ιμάντα ο οποίος είχε μια θήκη κρεμασμένη. Με είδε να κοιτάζω αυτό το αντικείμενο και είπε:
«Α, καλά, το είδες τώρα, οπότε καλύτερα να σου εξηγήσω τι είναι. Λίγο μετά την άφιξή μου στην Ελλάδα πριν από ένα χρόνο, αποφάσισα ότι θα ήταν σκόπιμο να έχω το δικό μου αποθεματικό κεφαλαίων. Υπάρχουν διακόσιες πενήντα χρυσές λίρες ραμμένες σ' αυτό το πράγμα, που τόφτιαξα με τα ίδια μου τα χέρια. Το φοράω μέρα-νύχτα από τότε».
Αργότερα εκείνο το πρωί τηλεφώνησα στο γραφείο του SOE για να ρωτήσω τί έγινε με τον εξοπλισμό που είχαμε παραδώσει στον Μπουγιώτα. Με ένα υποτιμητικό γέλιο ο Άγγλος εκεί μου είπε: «Λυπάμαι πολύ, αλλά όλα έχουν δοθεί στους Τούρκους. Είναι μέρος του λαδώματος!...». Η προειδοποίηση επίσης για τους κατασκόπους του Άξονα αποδείχθηκε πλήρως δικαιολογημένη. Στο μπαρ ή στην τραπεζαρία έγιναν προσπάθειες από ύποπτα φιλικούς αλλοδαπούς, άνδρες και γυναίκες, για να μας εμπλέξουν σε δήθεν αθώες συζητήσεις.
Το πρώτο βράδυ ο Eric Butler ήθελε να δει τα φώτα της πόλης και με έπεισε να τον συνοδεύσω. Πήγαμε σ' ένα παραθαλάσσιο τεκέ όπου στριφογύρισε μια λίρα πάνω στο τραπέζι και παρήγγειλε ένα μπουκάλι Scotch. Αφού άδειασε το μεγαλύτερο μέρος του μπουκαλιού, έγινε επικίνδυνα επιθετικός, τόσο πολύ, ώστε όταν ακούστηκε ένα διαπεραστικό γυναικείο τσίριγμα πίσω από μια κουρτίνα πάνω απ' την πίστα, τινάχτηκε με ένα μεγάλο σάλτο και έτρεξε στις σκάλες μουγκρίζοντας σαν ταύρος. Μέσα σε δευτερόλεπτα ακούστηκε ο ήχος της βίαιης αναταραχής πίσω από την εν λόγω κουρτίνα, που ακολουθήθηκε, λίγες στιγμές αργότερα, απ' την επανεμφάνιση ενός ατημέλητου Eric που ανακοίνωνε περήφανα ότι είχε σπάσει τα μπροστινά δόντια του μπάσταρδου. Τον άρπαξα και τον έσπρωξα στην έξοδο γρήγορα για να αποφύγουμε τα χειρότερα.
Περάσαμε τρεις ολόκληρες μέρες στη Σμύρνη περιμένοντας το πρώτο τρένο για τη Συρία, ξοδεύοντας το χρόνο μας στο παζάρι ή στους κινηματογράφους απλά για να ζεσταθούμε, καθώς ο καιρός ήταν πολύ πιο κρύος από ό,τι στην Ελλάδα και τα φτηνιάρικα τουρκικά ρούχα μας προσέφεραν ελάχιστη προστασία.
Νωρίς στις 31 Δεκεμβρίου επιβιβαστήκαμε στο τρένο για μια διαδρομή τρεισήμισι ημερών μέχρι το Χαλέπι. Εκεί συναντήσαμε ένα λοχία της Ασφάλειας που μας συνόδευσε σ' ένα κτίριο που 'μοιαζε με ξενώνα, κοντά στο κέντρο της πόλης. Ήταν εξοργιστικό να μας λένε ότι το πρωί επρόκειτο να ανακριθούμε για να πάρουμε άδεια εισόδου στη Μέση Ανατολή, μη τυχόν και υπήρχε κάποιος του Άξονα ανάμεσά μας που προσπαθούσε να διεισδύσει. Ευτυχώς, εκείνο το βράδυ μείναμε ελεύθεροι στην τύχη μας και περιπλανηθήκαμε στην πόλη για να δούμε τα αξιοθέατα. Ίσως η Ασφάλεια βασιζόταν στο γεγονός ότι, χωρίς χρήματα, δεν μπορούσαμε να κάνουμε και πολλά. Ήταν, επομένως, καθαρά θέμα τύχης όταν ένας από τους Αμερικανούς μας έπεσε πάνω σε έναν παλιό του φίλο στον δρόμο. Ήταν πιλότος της Επιτροπής Μεταφορών που θα περνούσε τη νύχτα στο Χαλέπι και θα πετούσε το πρωϊ για Κάιρο μ' αυτό που νόμιζε ότι θα ήταν ένα άδειο αεροπλάνο. Ένα λεπτό αργότερα του είχαν εξηγήσει ότι θα έπαιρνε και την ομάδα μας μαζί του.
Οι Αμερικανοί μας ήταν το ατού μας τελικά. Ένας άλλος φίλος εντοπίστηκε που υποσχέθηκε να μας περιμένει μ' ένα φορτηγό στη γωνία του ξενώνα μας, νωρίς, το επόμενο πρωί. Πολύ πριν από το πρωινό, είχαμε ήδη φτάσει κρυφά στο αεροδρόμιο, επιβιβαστήκαμε στη Dakota και ήμασταν στον αέρα προτού η Ασφάλεια ανακαλύψει ότι τα πουλάκια είχαν πετάξει. Λυπήθηκα για τον άθλιο λοχία, αλλά αυτή η ευκαιρία ήταν πολύ καλή για να χαθεί, διότι σίγουρα δεν υπήρχε προδότης ανάμεσά μας.
Στο Payne Field, την αμερικανική βάση στο Κάιρο, υπήρξε κατάπληξη καθώς μια συμμορία από άξεστους αλήτες αποβιβάζονταν απ' το αεροπλάνο και ακόμη πιο έκπληκτα βλέμματα όταν μερικοί απ' αυτούς χαιρετούσαν δυνατά στην αργκό της πολεμικής αεροπορίας των ΗΠΑ. Τώρα που βρισκόμασταν στη ιδιαίτερη πατρίδα μου, κατά κάποιον τρόπο, ήταν στο χέρι μου να κάνω τις τελευταίες διευθετήσεις. Βρήκα ένα τηλέφωνο στο γραφείο του διοικητή και κάλεσα τα κτίρια Rustum****.
«Δώστε μου τον υποσμηναγό Μπλερ, σας παρακαλώ...» «Γεια σου Τσάρλι. Ά ρε παλιόφιλε! Παράτα τα όλα κι έλα να μαζέψεις ένα τσούρμο αξύριστους με πολιτικά, α ναι, και κράτα το βράδυ σου ελεύθερο».
Έγειρα πίσω στην καρέκλα μ' έναν αναστεναγμό ανακούφισης ενώ περίμενα να φτάσει το φορτηγό. Ήταν καλά στην Ελλάδα. Αλλά ήταν ακόμα καλύτερα που κατάφερα να ξεφύγω...
______________________________
* Η έκφραση "Over and Out" που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας ως τίτλο στο κεφάλαιό του αυτό, κατά πάσα πιθανότητα έχει ληφθεί από το τυπικό των συνομιλιών με ασύρματο. Η λέξη "Over" χρησιμοποιείται από τον χειριστή-ομιλητή όταν έχει τελειώσει την φράση του και περνάει τον λόγο στον συνομιλητή του στο άλλο άκρο και αντιστρόφως. Όταν όμως ένας εκ των δύο έχει φτάσει στο τέλος όσων είχε να πει και δεν έχει να προσθέσει κάτι, χρησιμοποιεί την έκφραση: "Over and Out" δηλαδή: "Εδώ τελειώνω και αποχωρώ" (από την συνομιλία)...
** Σε μελλοντική μας ανάρτηση με γραπτές μνήμες από την ίδια εποχή και περιοχή (Κουλούρι) θα δούμε μια διαφορετική προσέγγιση στο πρόσωπο στης κυρά Κλεοπάτρας Παπαϊωάννου (Βαγενά) από αυτήν του M. Ward...
*** Εδώ ο M. Ward παρουσιάσθηκε στις τουρκικές αρχές ως λοχαγός. Πιθανόν με τον βαθμό ταγματάρχη που αναφέρει η ιστοσελίδα, να επέστρεψε στην Ελλάδα το 1944.
**** Πρόκειται για τα κεντρικά γραφεία του SOE στη Μέση Ανατολή, που στεγάζονταν στα κτίρια Rustum, στην οδό Kasr el-Aini του Καΐρου.


.jpg)

