Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2025

Η γερμανική νηοπομπή της 15ης Οκτωβρίου 1942 και τα συμβάντα κατά το πέρασμά της από τις ακτές του Β.Α. Πηλίου. Αφηγείται ο συντοπίτης μας Δημήτριος Βλάχος

Στις 15 Οκτωβρίου του 1942 ξεκινά από την Θεσσαλονίκη μία γερμανική νηοπομπή στην οποία συμμετείχαν πέντε πλοία: Το ελληνικό επιταγμένο ατμόπλοιο "ΤΕΤΗ" της εταιρείας Σιγάλα, το επίσης επιταγμένο "ΒΥΡΩΝ" (κωδική ονομασία 10V3), δύο ακόμη πλοία με κωδικές ονομασίες 10V2 και 12V5 και ένα μικρό αποβατικό σκάφος-φορτηγίδα, το M.F.P. 129.

Πλησιάζοντας στην ακτή της Παλαιάς Μιτζέλας το "ΤΕΤΗ" προσάραξε στα βράχια του Οβριού. Η πρύμνη του βυθίστηκε και προξενήθηκαν σοβαρές ζημιές στο μηχανοστάσιο από την εισροή των υδάτων.

Η παραλία του Οβριού στην Παλαιά Μιτζέλα.
Στο μέσον της αμμουδιάς είναι οι εκβολές της πηγής της Λαγωνίκας και στο βάθος, όπου διακρίνονται τα βράχια στην θάλασσα, βρίσκονται τα υπολείμματα του "ΤΕΤΗ".

Η φορτηγίδα M.F.P. 129 προχώρησε λίγο πιο νότια και προσάραξε στην αμμώδη παραλία του Χορευτού. Ένα μέλος του πληρώματος τραυματίστηκε. Το σκάφος αυτό, μη έχοντας υποστεί σοβαρές ζημιές αποκολλήθηκε από την παραλία μερικές μέρες αργότερα.

Ένα ακόμη πλοίο της νηοπομπής, το "ΒΥΡΩΝ" (10V3) προσάραξε ακόμη νοτιότερα, στην ακτή του Ανηλίου "Μπάνικας" και ακινητοποιήθηκε εκεί. Στην προσπάθεια του πληρώματος να εγκαταλείψει το πλοίο υπήρξαν τρεις νεκροί.

Το "ΒΥΡΩΝ" μετά την προσάραξή του στον Μπάνικα.
(Φωτογραφία από την ιστοσελίδα της Ομάδας Εναλίων Αποτυπώσεων)

Οπότε δύο μόνον πλοία, τα 10V2 και 12V5, συνέχισαν την πορεία τους και αγκυροβόλησαν προσωρινά στο λιμάνι των Ωρεών.

Πάρα πολλές λεπτομέρειες για τα δύο ναυαγισμένα πλοία αλλά και για τα γεγονότα που μεσολάβησαν από την ναυπήγησή τους μέχρι την στιγμή που προσάραξαν, μπορεί να βρει ο αναγνώστης στην ιστοσελίδα της Ομάδας Εναλίων Αποτυπώσεων, της οποίας ο δύτης Νικόλαος Σιδηρόπουλος καταδύθηκε στα συγκεκριμένα σημεία των δύο ναυαγίων, βιντεοσκόπησε τα απομεινάρια και προχώρησε στην ταυτοποίηση των πλοίων. Επίσης, σε σχετική εκδήλωση που έγινε στην Δημόσια Βιβλιοθήκη Ζαγοράς στις 22/7/2023 παρουσιάστηκαν πολλά στοιχεία έρευνας από τον ίδιο αλλά και τον συγγραφέα-ερευνητή Άρη Μπιλάλη.

Εμείς, στην ανάρτηση αυτή, δεν θα σταθούμε ούτε στα κατασκευαστικά και τεχνικά  δεδομένα των πλοίων, ούτε στην ιστορία τους. Όλα αυτά όπως προείπαμε παρουσιάστηκαν ήδη με πλούσιες λεπτομέρειες στον παραπάνω διαδικτυακό τόπο. Θα μείνουμε στην αφήγηση των γεγονότων που σχετίζονται με το "ΤΕΤΗ", του συγχωριανού μας Δημητρίου Βλάχου παραθέτοντας στο τέλος κάποια σχόλια.

Ο Δημήτριος Βλάχος (ο γνωστός μας μαραγκός κυρ-Δημήτρης) γεννήθηκε τον Ιούνιο του 1935. Ο πατέρας του Σταύρος, που είχε καλύβι στον Οβριό, έμενε εκεί την περίοδο αυτή για το μάζεμα των φιρικιών. Υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας την νύχτα της προσάραξης του "ΤΕΤΗ" καθώς και αρκετών περιστατικών που ακολούθησαν. Ο μικρός δε Δημήτρης πολλά από αυτά τα έζησε και ο ίδιος προσωπικά και άλλα του τα μετέφερε ο πατέρας του όποτε συγκεντρώνονταν η οικογένεια τα βράδια εκείνων των δύσκολων ημερών, αλλά και αργότερα.

Σε δύο συναντήσεις που είχαμε μαζί του, η μία εκ των οποίων ήταν αρκετά πρόσφατη, μας αφηγήθηκε πολλά ενδιαφέροντα πάνω στο θέμα και μάλιστα κάποιες πολύ σημαντικές λεπτομέρειες που δεν τις συναντάμε πουθενά αλλού. Όπως μας είπε, ο δεύτερος καπετάνιος του πλοίου που κατάγονταν από το Ανήλιο, με το υπόλοιπο ελληνικό πλήρωμα, παρέμεινε στην περιοχή του ναυαγίου αρκετές μέρες και σε περιστασιακές-σύντομες επαφές που είχε με τους ντόπιους έδωσε αρκετές πολύ ενδιαφέρουσες πληροφορίες.

Αλλά ας δούμε τα σημεία της αφήγησης του κυρ-Δημήτρη που αφορούν στο ναυάγιο. Η συζήτησή μας, πρέπει να πούμε, επεκτάθηκε και σε άλλα πολύ ενδιαφέροντα περιστατικά της γερμανοϊταλικής κατοχής αλλά και του εμφυλίου που ακολούθησε.

"Το πλοίο ναυάγησε νύχτα στα μέσα του φθινοπώρου του 42. Την ώρα που χτύπησε στα βράχια οι σειρήνες του άρχισαν να σφυρίζουν τόσο δυνατά που κι οι κουμαριές ακόμα ανατρίχιαζαν! Αλλά ήταν μεγάλη η κακοκαιρία και πολύ το σκοτάδι για να κατέβουν στην παραλία όσοι ήταν στα καλύβια. Οι περισσότεροι ήταν Πουριανοί και κάποιοι απ' αυτούς κουνιάδοι του πατέρα μου. Είχαν φτιάξει καλύβια κι έμεναν τότε εκεί.

Την επαύριο, αφού έφεξε, όλοι οι καλυβίσιοι άρχισαν να κατεβαίνουν στην άμμο. Οι Γερμανοί είχαν φτιάξει μια σχεδία με σανίδια απάνω στο κατάστρωμα που δεν έπαθε ζημιά και μ' αυτήν είχαν βγει έξω. Το βαπόρι είχε πάρει κλίση, είχε ανοίξει, και πίσω είχε βουλιάξει. Όταν πήραν χαμπάρι τους Πουριανούς να κατεβαίνουν, οι Γερμανοί φοβήθηκαν και μαζεύτηκαν όλοι μαζί. Πυροβόλησαν καναδυό  φορές στον αέρα για εκφοβισμό. Ύστερα τους είδαν ότι ήταν άοπλοι αλλά είχαν φοβηθεί γιατί ήξεραν πως στην περιοχή αυτή υπήρχαν αντάρτες. Είχαν χάρτες με σημάδια στα μέρη που ήταν οι αντάρτες. Από κει τα γνώριζαν αυτά.

Έξω στην άμμο υπήρχε κάτι σα λίμνη με μπόλικο βάθος απ' τα νερά που κατέβαζε η Λαγωνίκα. Εγώ θυμήθηκα ολόκληρο καΐκι να 'ναι εκεί μέσα. Ο δεύτερος καπετάνιος που ήταν απ' τ' Ανήλιο κι ήξερε καλά ετούτα τα μέρη, όπως μας είπε αργότερα, προσπάθησε να ρίξει την πλώρη εκεί για να μην ανοίξει το βαπόρι, μπας και το γλυτώσει όσο μπορούσε γιατί το λυπόταν. Δεν τα κατάφερε όμως και τελικά άνοιξε πίσω και πλάγιασε. Το βαπόρι αυτό ήταν από μια χήρα εφοπλίστρια.

Υπήρχαν άλλα τέσσερα καράβια. Τα τρία ήταν αυτά εδώ που έπεσαν έξω. Ένα αυτό στο Βριό, ένα στο Χορευτό - καλά εκείνο δεν ήταν καράβι ήταν κάτι σα ποταμόπλοιο, δεν είχε καρίνα από κάτω, ήταν ίσιο - κι ένα στο Μπάνικα στ' Ανήλιο. Τ' άλλα δυο τράβηξαν προς τα κάτω κι έφτασαν στην Εύβοια.

Ο τύπος του σκάφους M.F.P. (Marinefährprahm) που προσάραξε στην αμμουδιά του Χορευτού αριστερά από την έξοδο της ρεματιάς στο ελαιοτριβείο Κασσαβέτη. Σύμφωνα με περιγραφή του κυρ-Δημήτρη σε προγενέστερη συνάντησή μας: "αυτό δεν ήταν πλοίο, ήταν μια σ'κτέλα ! " (= σκουτέλα=ρηχή πιατέλα...) Η φωτογραφία είναι από το: historisches-marinearchiv.de
Όταν μαζεύτηκαν οι Πουριανοί εκεί στην παραλία, πήγε κοντά τους ένας Γερμανός λοχίας και τους είπε πως θέλει κάποιον να τον πάει στη Ζαγορά για να ειδοποιήσουν την ιταλική φρουρά ότι ναυαγήσανε. Έπρεπε να τους ενημερώσουν για να ξέρουν που βρισκόταν. Κι όλοι οι Πουριανοί είπαν: "να, ο Σταύρος μπορεί". Κι έτσι ήρθαν μαζί με τον λοχία εδώ στη Ζαγορά στις ιταλικές αρχές.

Αυτή τη μέρα συνέβη και μια άλλη ιστορία. Ο πατέρας μου εκείνο το καιρό, Οκτώβρη μήνα, κάθονταν στο καλύβι στο Βριό. Μαζί του ήταν κι ο βοηθός του ο Μήτσος ο Βογιατζάκης. Το πατέρα μου, που συγκέντρωνε τα φιρίκια της περιοχής, τον είχε μεσίτη ένας έμπορος απ' την Αγριά. Οι Πουριανοί, που ήταν καμιά εικοσαριά, κατέβαζαν τα μήλα με τα μουλάρια κάτω στην παραλία όπου υπήρχε ένα μέρος σ' ένα κτίριο, τα ζύγιζαν και τ' άδειαζαν εκεί μέσα χύμα. Ο Βογιατζάκης είχε ένα μπλοκ κι έγραφε το όνομα και τις οκάδες του καθένα. Για παράδειγμα: Βλάχος 100 οκάδες, Χιώτης 80 οκάδες, και ούτω καθεξής. Κάποια στιγμή λοιπόν εκείνη τη μέρα, ο Μήτσος πήγε κάτι να πάρει απ' τα πράματα που ξέβραζε η θάλασσα. Τον πιάσανε οι Γερμανοί και τον έδειραν. Βρήκαν όμως πάνω του και το μπλοκ! Το άνοιξαν, είδαν τα ονόματα και φώναζαν: "Παρτιζάν;  Παρτιζάν;"  δείχνοντας το μπλοκ. Είδαν τα ονόματα με τα νούμερα δίπλα και νόμιζαν ότι τροφοδοτούσε αντάρτες, οπότε δεν τον άφησαν καθόλου απ' τα χέρια τους!

Όταν τελικά γύρισε ο πατέρας μου στο Βριό επεμβαίνει στον λοχία με τον οποίο είχαν γνωριστεί καλά - 6 ώρες δρόμο κάνανε μαζί - και που ήξερε και λίγα σπαστά ελληνικά, για να του εξηγήσει ότι τα ονόματα ήταν απ' τους ντόπιους και τα νούμερα το βάρος απ' τα μήλα. Ο λοχίας δεν πείστηκε και κράτησε το μπλοκ λέγοντας ότι θα το στείλει στη Θεσσαλονίκη για έλεγχο και άμα είναι αλήθεια αυτά που ειπώθηκαν θα τους το επέστρεφε. Και τελικά όντως, δε ξέρω με ποιο τρόπο, με καταδίωξη που περνούσε; με κάποιο καΐκι; Δε ξέρω, αλλά το 'στειλε στη Θεσσαλονίκη κι ύστερα από κάνα μήνα, απ' ότι μου είπε ο μακαρίτης ο πατέρας μου, τους το επέστρεψε… 

Απ' το βαπόρι που μπατάρισε κι άνοιξε σκορπίστηκαν πολλά βαρέλια με βενζίνη και πετρέλαιο. Κυρίως βενζίνη είχαν. Αυτό έγινε σε μεγάλη απόσταση. Πολλά είχαν σφηνωθεί στα βράχια κι οι Πουριανοί τα 'χαν  σκεπάσει με πέτρες για να μην φαίνονται. Άλλα τα 'χαν παραχώσει. Μπορεί να υπάρχουν ακόμα άμα τα βάλαν βαθιά.

Ο μακαρίτης ο πατέρας μου είχε πάρει δυο βαρέλια με βενζίνη. Το ένα το 'χε χτίσει μέσα σε μια πεζούλα. Τη βενζίνη τη κουβαλούσαν με μπιτόνια. Νύχτα γίνονταν αυτά. Ο δεύτερος καπετάνιος τους είχε πει: "Εδώ σας έχουμε φέρει πλούτο. Αλλά προσέξτε μη σας δουν όταν θα παίρνετε κάτι. Θα σας σκοτώσουν!" Ευτυχώς όμως δεν σκοτώθηκε κανένας. Εκτός απ' τα δυο βαρέλια πήρε μάλιστα και κερεστέ. Είχαμε το σπίτι απάτωτο και στο βαπόρι είχαν φορτωμένα σανίδια καλά, πολύ καλά! Τα πήρε απάνω στη ράχη που είχαμε το καλύβι και τα 'κρυψε μέσα στις κουμαριές. Αργότερα, στις αρχές του 43, τον έπιασαν οι Ιταλοί εδώ στη Ζαγορά, τότε που τους μάζεψαν όλους και τους πήγαν στο Βόλο. Έτυχε να βρεθεί κοντά στο Παρθεναγωγείο και τον πιάσανε. Κάθισε σχεδόν δυο μήνες στο Βόλο κι όταν γύρισε δεν τα βρήκε τα ξύλα. Τα 'χαν κλέψει οι Πουριανοί. Τέλος πάντων παράπονο δεν έκανε αφού απ' τον έναν στον άλλον πήγαν και πάλι σε χέρια ντόπιων έφτασαν.

Κάποιες φορές το ελληνικό πλήρωμα, που έμεινε κάμποσες μέρες στο Βριό, κατάφερνε να πει καμιά-δυο κουβέντες με τους ντόπιους. Κάπως έτσι ο δεύτερος καπετάνιος απ' τ' Ανήλιο μπόρεσε και είπε πώς έγιναν τα πράματα με το βαπόρι. Για να το φορτώσουν στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης τους πήρε έναν ολόκληρο μήνα. Την μέρα φορτώνανε ξυλεία και τη νύχτα, για να μην τους βλέπει ο κόσμος, φόρτωναν το πολεμικό υλικό, τα καύσιμα κι όλα τ' άλλα πολεμοφόδια. Όταν λοιπόν τέλειωσε το φόρτωμα κι ήταν έτοιμο, πήραν εντολή να φύγουν προς τα κάτω με άγνωστο προορισμό. Κανένα απ' τα καράβια δεν ήξερε τελικό προορισμό. Ενόσω ήταν στη πορεία, το πρώτο πλοίο που ήταν πολεμικό πήρε σήμα στον ασύρματο απ' τη Θεσσαλονίκη ότι το φορτίο έπρεπε τελικά να φτάσει στη Λιβύη και ειδοποίησε και τ' άλλα πίσω του. Την ώρα εκείνη στο τιμόνι ήταν ο δεύτερος και τότε πήρε την απόφαση να ρίξει έξω το βαπόρι με την ευκαιρία της φουρτούνας και της νύχτας που έρχονταν, γιατί όπως είπε: "Ήξερα καλά ότι δε θα φτάναμε ποτέ εκεί κάτω, αφού κάπου θα μας πετύχαιναν οι Εγγλέζοι μα με υποβρύχια, μα με πολεμικά μα με αεροπλάνα και δε θα 'μενε κανένας μας ζωντανός"...

Το "ΤΕΤΗ" σε ελληνικό λιμάνι. (Φωτογραφία από την ιστοσελίδα της Ομάδας Εναλίων Αποτυπώσεων).
Εν τω μεταξύ οι Γερμανοί που ήταν στην παραλία δεν είχαν να φάνε και καμμιά φορά βγαίναν απάνω μέχρι τα καλύβια. Είχαμε φιρίκια, πατάτες κι ό,τι έβρισκαν το παίρναν. Άμα ημέρευε η θάλασσα δούλευαν οι καταδιώξεις, οι βενζινάκατοι και τα ρέστα και μπορεί να τους φέρναν και τρόφιμα. 
Μια μέρα φάνηκαν και λίγοι Ιταλοί που ήρθαν κι αυτοί για τη φύλαξη του πλοίου. Σ' όλο αυτό το διάστημα ντόπιοι, αντάρτες κι άλλοι από πιο μακριά δε σταμάτησαν να παίρνουν πράματα. Ό,τι χρειαζόταν ο καθένας. Καύσιμα, εργαλεία, δυναμίτες, τα πάντα. Δυναμίτη δεν παίρνανε μόνο οι αντάρτες αλλά και οι ντόπιοι, Πουριανοί και Ζαγοριανοί, που τον χρειάζονταν για ψάρεμα. Οι Ιταλοί αυτοί είχαν έρθει απ' το Χορευτό. Είχαν μεγάλη μονάδα εκεί. Ολόκληρο τάγμα βαριά οπλισμένο. Είχαν φτιάξει πολλά έργα, πεζούλες, πολυβολεία, είχαν βάλει σύρματα παντού γιατί φοβούνταν απόβαση από Εγγλέζους. Γι' αυτό τα 'χαν φτιάξει όλ' αυτά. Για να εμποδίσουν τα τανκς και τα φορτηγά να φτάσουν και να χτυπήσουν το Βόλο αφού στο λιμάνι δε γίνονταν να έρθουν μέσα απ' τον Παγασητικό. Οπότε θα έκαναν απόβαση στη μεγαλύτερη αμμουδιά που ήταν σε μας εδώ στο Χορευτό. Μάλιστα, μετά τις μεγάλες πεζούλες που είχαν σηκώσει, είχαν σκάψει και μια βαθιά τάφρο εκεί που τώρα μπαίνει ο Τριανταφύλλου ο βενζινάς για το ξενοδοχείο του. Ήταν πολύ βαθιά 6 -7 μέτρα και πλάτος κοντά στα 10 μέτρα για να μην μπορεί να περάσει τίποτα. Είχαν σκάψει ακόμα και μια τρύπα μέσα στο βράχο καμιά τριανταριά μέτρα πριν τη βρύση που είναι όπως πάμε για το Μεγάλο το Γεφύρι. Αυτή θα την γέμιζαν με εκρηκτικά και θα ανατίναζαν όλη τη πλαγιά από πάνω για να κόψουν το δρόμο για το Βόλο, άμα δε κατάφεραν να σταματήσουν την απόβαση στο Χορευτό. Ναι, όλα τα 'χαν μελετημένα!
Το σημείο στον βράχο όπου είχαν σκάψει οι Ιταλοί για να το παγιδεύσουν με εκρηκτικά. Βρίσκεται ακριβώς στη θέση όπου οι πλαγιές πάνω και κάτω από τον δρόμο έχουν την πιο απότομη κλίση.

Την άνοιξη του 43 αποφάσισαν ν' ανατινάξουν το βαπόρι για να μη μείνει τίποτα, αφού δεν μπορούσαν να εμποδίσουν τον κόσμο να τ' αδειάζει. Στην αρχή δοκίμασαν μ' αεροπλάνο. Εκείνη τη μέρα ο πατέρας μου είχε φύγει νύχτα για το Βριό κι εγώ ήμουνα με τα γίδια στη ράχη που είναι κάτω απ' το σπίτι του Κανελλή, στο Παλιοχώραφο. Είδα τ' αεροπλάνο που έρχονταν από πάνω, στην αρχή ψηλωμένα κι ύστερα βούτηξε προς τη θάλασσα. Λίγο μετά που κρύφτηκε άκουγα τις εκρήξεις απ' τις βόμβες. Όπως έμαθα αργότερα απ' τον πατέρα μου μόνο την πρύμη κατάφερε να πετύχει και την έκοψε. Δε τολμούσε να πάει κοντά να ρίξει γιατί φοβόταν πυρά από αντάρτες. Είχε μαθευτεί πια ότι οι αντάρτες στη περιοχή ήταν πολλοί κι οργανωμένοι. Όλα τα Σαμσαρελέϊκα χτήματα προς τα πάνω ήταν γεμάτα. Μετά από δυο βδομάδες περίπου, αφού τ' αεροπλάνο δεν έκανε τίποτα, πήραν απόφαση οι Ιταλοί του Χορευτού να στείλουν μια καταδίωξη, βενζινάκατο, για ν' ανατινάξουν το πλοίο με ηλεκτρική πυροδότηση. Η βενζινάκατος έβγαλε στρατιώτες έξω που ειδοποίησαν όσους ήταν στα καλύβια εκεί ν' ανοίξουν τα παράθυρα για να μη σπάσουν τα τζάμια. Οι Ιταλοί γενικά δε θέλαν να κάνουν ζημιές. Αφού τελείωσαν με ό,τι είχαν να κάνουν πάνω στο βαπόρι ξεκίνησαν να φύγουν ξετυλίγοντας πίσω το καλώδιο. Μόλις γύρισαν στον κάβο κι έφτασαν περίπου στο Λαϊνι, δεν έβλεπαν πια το Βριό, ήταν κάμποσο μακριά, πάτησαν για την πυροδότηση αλλά δεν έγινε τίποτα! Ξαναπατούν, τίποτα! Αφού πέρασε κάμποση ώρα πήραν απόφαση να γυρίσουν πίσω για να δουν τι έγινε. Όταν έφτασαν μπροστά στο Βριό βρήκαν το καλώδιο κομμένο! Είχε βουτήξει ο Γιώργος ο Χιώτης, ο πατέρας του Φάνη του σιδερά, κι είχε κόψει το καλώδιο. Αυτός και πολλοί άλλοι έπαιρναν υλικά, που άλλα τα εμπορεύονταν κι άλλα τα κρατούσαν, γι' αυτό δε θέλαν να καταστραφεί το πλοίο.

Όμως η δεύτερη προσπάθεια των Ιταλών ήταν πιο μελετημένη. Οι διαταγές ήταν πολύ αυστηρές. Ήρθαν τρεις βενζινάκατοι και πήραν θέσεις η μία προς το Βένετο η άλλη προς το Χορευτό και μία ευθεία μέσα στο πέλαγος. Είχαν απάνω μυδράλια κι ακόμα πιο βαριά όπλα αποφασισμένοι σε ό,τι δουν και κινείται να ρίξουν. Κι έτσι κατόρθωσαν να το ανατινάξουν.


Εκείνη την ώρα εγώ ήμουνα στον Αη Γιαννάκη στο Καστέλλι. Αριστερά που είναι η εκκλησία έχει ένα ρεματάκι και μετά το ρεματάκι αρχίζουν οι ελιές. Ήταν του παππού μου του Χιώτη, του πατέρα της μάνας μου. Ήμασταν λοιπόν εκείνη τη μέρα με τον παππού μου το Γιώργο το Χιώτη εκεί σ' ένα μέρος που 'χε φτιάξει για να ξεκουράζεται. Ήταν χήρος και βολεύονταν μοναχός του όπως μπορούσε. Ξαφνικά αυτό που ακούσαμε δε περιγράφεται. Η γης σείστηκε ολόκληρη λες κι έκανε σεισμό και θα ξεκόλλαγαν τα βράχια. Μια μαύρη ομπρέλα σηκώθηκε, ένα στρόγγυλο πράμα, που απλώθηκε και μαύρισε τον ουρανό. Το τι υλικά θα 'χε ακόμα αυτό το καράβι εκεί μέσα ποιος ξέρει, για να γίνει τέτοια έκρηξη! Και, αυτό ήταν, τέλειωσε πια, χάθηκε... Για κάμποσο καιρό μετά την ανατίναξη θυμάμαι ότι φαινόνταν μόνο ένα μικρό, τόσο δα κομματάκι πάνω απ' το νερό που το χτυπούσε το κύμα...

Τα σίδερα είχαν τιναχτεί πολύ μακριά. Καμιά δεκαριά χρόνια μετά, όταν τα μάζευαν, υπήρχαν κομμάτια που τα μουλάρια δε μπορούσαν να τα σηκώσουν. Ο μπάρμπας μου ο Σπύρος ο Χιώτης είχε αναλάβει να τα συγκεντρώσει. Και μάλιστα κατόρθωσαν κι έκοψαν τον άξονα που έδινε τη κίνηση. Ο μισός άξονας που έβγαλαν ζύγιζε 30 τόνους! Ήταν πολύ γερό αυτό το βαπόρι. Έχω ένα μικρό κομμάτι σίδερο στο καλύβι κρεμασμένο σε μια ελιά και άμα το χτυπάω ακούγεται σα καμπάνα..."

Κάπου εδώ τελειώνει η διήγηση του κυρ-Δημήτρη για το ναυάγιο... Συνεχίσαμε την συνομιλία μαζί του για άλλα γεγονότα της κατοχής και του εμφυλίου που ακολούθησε... Την αυλαία θα κλείσει ο Χρήστος Ντούνης, πλοίαρχος του Εμπορικού Ναυτικού και συγγραφέας με μεγάλη προσφορά στην εμπορική ναυτιλία, με μια μικρή σημείωση στον δεύτερο τόμο του έργου του "ΤΑ ΝΑΥΑΓΙΑ ΣΤΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΘΑΛΑΣΣΕΣ":

"Πλωτός γερανός "ΗΡΑΚΛΗΣ", νηολογίου Πειραιώς 151, μήκους 22 μέτρων, πλάτους 8 μέτρων και βάθους 2,5 μέτρων, ολικής χωρητικότητος 155  κόρων, ιδιοκτησίας της Εταιρείας "ΕΡΘΑ" με έδρα την Αθήνα. 

Το σκάφος με κυβερνήτη τον Αντώνιο Βουλελίκα και τους Δημήτριο Ζούλια, Μηχανικό, Αθανάσιο Σχινά, θερμαστή, Κωνσταντίνο Κωνσταντινάκη, ναύτη, Βασίλειο Μακρή, ναύτη, ασχολείτο τον Αύγουστο του 1952 με την ανέλκυση ναυαγίου. Είχε ενοικιαστεί από τον εργολάβο Αντώνιο Μαράκη για την ανέλκυση του ναυαγίου του ατμόπλοιου "ΤΕΤΗ" στην Παλαιά Μιτζέλα. Το σκάφος το βράδυ μετά το πέρας της εργασίας αγκυροβόλησε στον όρμο Νταμούχαρι. Τη νύχτα της 23ης προς 24η Αυγούστου 1952 ο πλωτός γερανός βρισκόταν αγκυροβολημένος στο Νταμουχάρι όταν άρχισε να πνέει περί ώρα 00.30  ισχυρός βορειοανατολικός άνεμος. Το πλήρωμα κοιμόταν σε παρακείμενο οικίσκο. Η κακοκαιρία εντάθηκε ακόμη περισσότερο και παρά τις προσπάθειες του πληρώματος ο γερανός δε συγκρατήθηκε, για να εξοκείλει τελικά στα αβαθή του όρμου περί ώρα 07.30 της 24ης Αυγούστου 1952, όπου και υπέστη ρήγματα και βυθίστηκε."...

Αυτό που έχει απομείνει πια στο σημείο του ναυαγίου είναι το κατωκάραβο. Κάποιες φορές μάλιστα, όταν η θάλασσα είναι ήρεμη, φαίνεται κι απ' την πλαγιά ακόμα όπως κατηφορίζουμε για τον Βριό σαν μια μεγάλη μαύρη σκιά στον βυθό.

Η περιγραφή του κυρ-Δημήτρη, σαφής και ακριβής, δίνει τέλος σε όσες ανακρίβειες δημοσιευμάτων σχετίζονται με τον χρόνο και τον τόπο αρκετών από τα παραπάνω περιστατικά. Επίσης σε όσες σχετίζονται με την ύπαρξη ή μη αντάρτικων δυνάμεων στην περιοχή εκείνη την περίοδο αλλά και με το πότε κι από ποιους έγινε η ανατίναξη του "ΤΕΤΗ". Ξεκαθαρίζει ακόμα και το γεγονός εάν ήταν ατύχημα η προσάραξή του, λόγω της κακοκαιρίας, ή εσκεμμένη και δικαιολογημένη ενέργεια του δεύτερου καπετάνιου που το κυβερνούσε εκείνες την ώρες κατά την διέλευσή του από τη συγκεκριμένη ακτή...

Για την ύπαρξη ανταρτών στην περιοχή και ο Γρηγόρης Ρέντης στο βιβλίο του "54 ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΤΟΥ ΕΛΑΣ" επιβεβαιώνει ότι ήδη από τον Δεκέμβριο του 1942 οι διάσπαρτες ανταρτοομάδες άρχισαν να οργανώνονται σε σχηματισμούς. Μάλιστα πήραν φόρμα Συγκροτήματος στην Κερασιά από τις αρχές του 1943 με την παρακάτω διοίκηση:
- Καπετάνιος: Κώστας Κατσίνος (Κατσαντώνης)
- Πολιτικός υπεύθυνος: Θανάσης Κουφοδήμος (Πηλιορείτης)
- Στρατιωτικός υπεύθυνος: Σπύρος Φραγκινέας (Παπαφλέσσας)
- Επιμελητής: Παναγιώτης Λιάτσικος

Σε ό,τι αφορά τώρα την προσάραξη του "ΤΕΤΗ", όσο σφοδροί και αν ήταν οι άνεμοι, ένα βαρυφορτωμένο πλοίο σχεδόν 100 μέτρων μήκους δεν ήταν εύκολο να το ωθήσουν στην ακτή εκτός κι αν έπλεε ακυβέρνητο. Εξ άλλου είναι γνωστό και στους άσχετους με την θάλασσα ότι το ύψος του κυματισμού αυξάνεται αντίστροφα με το βάθος. Τί ζητούσε λοιπόν το παραπάνω διαστάσεων πλοίο μόλις λίγα μέτρα από την παραλία σε τόσο μικρό βάθος και σε περιοχή γεμάτη ξέρες εάν δεν υπήρχε πρόθεση να βρεθεί εκεί; Μόνον η απόφαση του κυβερνήτη θα δικαιολογούσε κάτι τέτοιο, ειδικά μάλιστα όταν αυτός κατάγονταν από την περιοχή και την γνώριζε καλά. Μεταξύ δε των δύο ακραίων αποστάσεων πλεύσης, αυτής των λίγων μέτρων από την ακτή και αυτής στα ανοιχτά με τον φόβο των συμμαχικών υποβρυχίων υπαρκτό, σίγουρα υπήρχε και ενδιάμεση ασφαλής. Όμως αργά ή γρήγορα, λόγω του τελικού προορισμού του, το πλοίο αναγκαστικά θα βρίσκονταν πλήρως εκτεθειμένο στον δεύτερο κίνδυνο όταν θα έπλεε, μακριά από ακτές, προς Κρήτη κι από κει προς Λιβύη. Γι' αυτό και προτιμήθηκε η σίγουρη λύση της προσάραξης που θα προστάτευε και το ελληνικό πλήρωμά του αλλά θα απέκλειε και την άφιξη του πολύτιμου φορτίου του στην Αφρική...

Για το ναυάγιο στον Οβριό υπάρχουν σε επτά βιβλία αναφορές. Σε τρία μόνον από αυτά γίνεται λόγος για πιθανά αίτια προσάραξης. Ο Κώστας Ανιτσάς στο βιβλίο του "ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΡΙΖΕΣ" θεωρεί βάσιμη την υπόθεση της εσκεμμένης ενέργειας, μιλάει όμως και για πλεύση κοντά στην ακτή εξ αιτίας των συμμαχικών υποβρυχίων αν και τοποθετεί το γεγονός λανθασμένα ένα χρόνο νωρίτερα, στα 1941. Ο Νίκος Στουρνάρας στο βιβλίο του "ΜΑΓΝΗΣΙΑ 1941-42 Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ" μιλάει μόνον για το δεύτερο παραπάνω αίτιο. Ο Νίκος Διαμαντάκος στο βιβλίο του "Το Πουρί, το πολύδροσο χωριό του Πηλίου" αναφέρει και τις δύο παραπάνω πιθανότητες, αλλά προτάσσει την άποψη ότι αιτία ήταν η τρικυμία τοποθετώντας και αυτός λανθασμένα το περιστατικό ένα χρόνο νωρίτερα...  

Στην περιγραφή του κυρ-Δημήτρη βλέπουμε τα γεγονότα να τοποθετούνται χρονικά ακριβώς, στα μέσα δηλαδή του φθινοπώρου του 42 και να δίνεται εξήγηση πλέον στην προσάραξη του πλοίου λόγω της αιτιολογημένης ενέργειας του δεύτερου καπετάνιου με την ευκαιρία της νύχτας και της επικρατούσης κακοκαιρίας. Σαφέστατα επίσης περιγράφεται το γεγονός της ανατίναξής του η οποία πραγματοποιήθηκε από αποστολές της ιταλικής φρουράς του Χορευτού την άνοιξη του 1943.

Όσον αφορά στα άλλα δύο σκάφη θα μπορούσε να δικαιολογηθεί η προσάραξή τους λόγω της κακοκαιρίας σαν πολύ μικρότερα που ήταν (ιδίως του M.F.P. που δεν διέθετε καρίνα) και μάλιστα εάν αυτά τα κυβερνούσαν Γερμανοί. Εάν όχι, διόλου απίθανο να συνέβησαν τα πράγματα όπως και στο "ΤΕΤΗ".

_______________________________________________________

Πιο κάτω δίνουμε στους αναγνώστες μερικές φωτογραφίες από αντικείμενα του πλοίου που σώζονται μέχρι σήμερα. Οι περισσότερες προέρχονται από τον Γιώργο Χιώτη, κάτοικο Πουρίου.

Από τα βαρέλια καυσίμων...
Το συγκεκριμένο είναι της ιταλικής εταιρείας AGIP
(Azienda Generale Italiana Petroli) 

Ένα από τα δύο βαρέλια που βρίσκονται στην κατοχή του κυρ-Δημήτρη

Ο κόφτης με τον οποίο κόπηκε το καλώδιο στην πρώτη απόπειρα ανατίναξης

Πορσελάνινα σκεύη από την τραπεζαρία του πλοίου  (ΚΡΜ: Königliche Porzellan-Manufaktur, Βασιλικό Εργοστάσιο Πορσελάνης στο Βερολίνο)

Το πρώτο ευρωπαϊκό μοντέλο φορητού γρύλου αυτοκινήτων. Κατασκευάστρια εταιρεία η γερμανική BILSTEIN, σήμερα από τις κορυφαίες εταιρείες στον κόσμο στην κατασκευή αναρτήσεων αυτοκινήτων


Φωτοβολίδα. Κατά την πτώση του συγκεκριμένου τύπου φωτοβολίδας, ύστερα από την εκτόξευση, άνοιγε αλεξίπτωτο για επιβράδυνσή της. Με το ύφασμα των αλεξίπτωτων αυτών-μεταξωτό- κατασκευάστηκαν πολλά είδη ρουχισμού από Πουριανούς, Ζαγοριανούς κ.α. (πουκάμισα, φορέματα κ.λπ.) 


Φορητή σκάλα με γάντζους


Από τα θραύσματα μετά την ανατίναξη του "ΤΕΤΗ" που βρίσκονται μέχρι σήμερα σκορπισμένα στα κτήματα της περιοχής...



______________________________________

Ο κυρ-Δημήτρης ήταν ταχύτατος στις απαντήσεις του, κατά την διάρκεια των συζητήσεων και στις δυο μας συναντήσεις, σαν να είχε ζήσει τα γεγονότα μόλις την προηγούμενη μέρα! Η λεπτομέρεια και η εμμονή στην ακρίβεια που τον διέκρινε στις παραπάνω περιγραφές του υπάρχουν και στην τέχνη που ασκούσε επί δεκαετίες. Υπήρξε ο πιο περιζήτητος μάστορας της περιοχής αφού ήταν ο μοναδικός που κατάφερε να ανατρέψει την ρήση: "τα εργαλεία κάνουν τον μάστορα" αποδεικνύοντας με την ποιότητα της δουλειάς του ότι όσα εργαλεία κι αν υπάρχουν, άμα η μαστοριά είναι απούσα, δεν γίνεται τίποτα...

Και στις δύο συνομιλίες που είχαμε μαζί του διαπιστώσαμε ότι οι αναμνήσεις που κουβαλάει για την περίοδο αυτή της νεότερης ιστορίας του χώρου μας, γερμανοϊταλική κατοχή και εμφύλιο, είναι πάρα πολλές και πολύτιμες! Μνήμες από την παράδοση της ιταλικής φρουράς του Χορευτού (και ένα χαριτωμένο μάλιστα περιστατικό που έζησε με τον πατέρα του και τον Ιταλό αξιωματικό γιατρό), από τον αεροπορικό βομβαρδισμό της Ζαγοράς, από την συγκέντρωση των ανδρών της Ζαγοράς και την μεταγωγή τους στο Βόλο, αλλά και πολλές άλλες από την εποχή του εμφυλίου που ακολούθησε... Δυστυχώς όμως δεν τον πλησίασε κανένας όλα αυτά τα χρόνια για να τις καταγράψει...

Αυτή την ώρα που γράφουμε ετούτες τις γραμμές μαθαίνουμε ότι νοσηλεύεται σε νοσοκομείο των Αθηνών κοντά στους δικούς του. Του ευχόμαστε ολόψυχα γρήγορη ανάρρωση και καλή αντάμωση!

______________________________________

Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2025 και...

Ο κυρ Δημήτρης έφυγε πλέον για πάντα από κοντά μας...
Κηδεύτηκε στην Ζαγορά την Τετάρτη 12 Φεβρουαρίου 2025 στον 
Ιερό Ναό του Αγίου Γεωργίου.

Ο Θεός ας τον αναπαύσει...