Στα 1927 εκδίδεται στον Βόλο το "ΠΑΝΘΕΣΣΑΛΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑΚΟ ΛΕΥΚΩΜΑ" από τον Θωμά Βινικίου (Παπακωνσταντίνου), ένας τόμος 410 σελίδων με δημοσιεύματα ποικίλης ύλης σχετικά με περιοχές της Θεσσαλίας. Παρά τα πολλά τυπογραφικά λάθη και τις όποιες άλλες εκδοτικές ελλείψεις, διασώζει πολύτιμες πληροφορίες για την εποχή. Φυσικά, αρκετά είναι και τα δημοσιεύματα για την Ζαγορά από τα οποία επιλέχτηκε αυτό του Κλέωνος Παράσχου με τις εντυπώσεις του από την επίσκεψή του σ' αυτήν. Πριν από το δημοσίευμα του Παράσχου κρίθηκε σκόπιμο να παρατεθεί ο όμορφος Πρόλογος του εκδότη στον οποίο περιγράφεται και ο σκοπός της έκδοσης.
ΕΚΔΡΟΜΑΙ ΕΙΣ ΤΟ ΠΗΛΙΟΝ - ΖΑΓΟΡΑ
ΤΟΥ ΚΛΕΩΝΟΣ ΠΑΡΑΣΧΟΥ
Τὸ «Πανϑεσσαλικὸ» Ἡμερ. Λεύκωμα, χαρίζει στοὺς ἀναγνῶστες του τὶς κατωτέρω ὑπέροχες γραμμὲς τοῦ γνωστοῦ λογογράφου Κλέωνος Παράσχου, τὶς «ταξειδιωτικὲς ἐντυπώσεις ἀνὰ τὸ Πήλιον».
Ὕφος, ἐντυπωτικό, περιγραφικό, ἀχώριστες ἀδερφές, κάνουν δροσερὴ καὶ ἐξαίσια τὴν ἀνὰ τὸ Πήλιο περιγραφὴ του. Τὸ «Πανϑεσσαλικὸ» Ἡμερ. Λεύκωμα εὐχαριστεῖ ἄπειρα τὸν ξεχωριστὸ λογογράφο καὶ φίλο κ. Κλ. Παράσχο.
Ὕφος, ἐντυπωτικό, περιγραφικό, ἀχώριστες ἀδερφές, κάνουν δροσερὴ καὶ ἐξαίσια τὴν ἀνὰ τὸ Πήλιο περιγραφὴ του. Τὸ «Πανϑεσσαλικὸ» Ἡμερ. Λεύκωμα εὐχαριστεῖ ἄπειρα τὸν ξεχωριστὸ λογογράφο καὶ φίλο κ. Κλ. Παράσχο.
Ι
Δέν ξέρει κανεὶς ἀπὸ τὰ εἰκοσιτέσσερα χωριὰ τοῦ Πηλίου, σὲ ποιὸ νὰ πρωτοπάει, ποιὸ νὰ πρωτοϑαυμάσει. Τὸ ἕνα εἶναι ὡραιότερο ἀπὸ τ᾽ ἄλλο. Ὅλα βρίσκονται σὲ μαγευτικὲς τοποϑεσίες μὲ ἄφϑονα δέντρα καὶ ἀφθονώτερα νερά. Κατηχῶρι, Πορταριά, Μακρυνίτσα, Ἅη-Γιώργης, Ἅη-Λαυρέντης, Λεχώνια, Μηλιές, Τσαγγαράδα, Δράκια, Ζαγορά, Θὰ ἤϑελε κανεὶς στὰ ἀξιολάτρευτα αὐτὰ χωριὰ νὰ μείνῃ ὄχι λίγες ὧρες ὅπως ἐγὼ καὶ ὁ ἀγαπητὸς μου φίλος μὲ τὸν ὁποῖον τὰ ἐγυρίσαμε βιαστικὰ σὲ μιὰ ἑβδομάδα, ἀλλὰ τοὐλάχιστον δυὸ τρεῖς μέρες στὸ καϑένα, γιὰ ν’ ἀπολαύσει ὅλες των τὶς ὀμορφιές! Ἀξέχαστα χωριά! Ὅ,τι εὐϑὺς ἐξ ἀρχῆς κάνει ἐντύπωση στὸν ξένο εἶναι ἡ πάστρα τους, καὶ τὰ ἐκπληκτικῶς γιὰ χωριὰ ὡραῖα μεγάλα καὶ καλοχτισμένα σπίτια τους. Πολλὰ ἀπ’ αὐτὰ εἶναι σωστὲς βίλλες. Πολὺ σπάνια συναντᾶ κανεὶς τὰ ἐλεεινά, μικρὰ χαμόσπιτα ἄλλων χωριῶν, ἀλλὰ κι' ἂν τὰ συναντήσει εἶναι τόσο λίγα ποὺ δὲν κατορθώνουν ν᾽ ἀλλοιώσουν τὴν γενικὴν ἐντύπωση. Χωριατόσπιτα μέγαρα. Τὸ πράγμα ἐξηγεῖται. Ὅλοι οἱ Πηλιορῖτες εἶναι πλούσιοι, (ἕνας βαρκάρης ἐντόπιος μοῦ ἔλεγε ὅτι μόνον ἀπὸ τὶς ἐλιές του κερδίζει 40 χιλ. δρχ. τὸ χρόνο). Τὰ δὲ σπίτια τους τὰ χτίσαν τὸν καιρὸ ποὺ τὸ μεροκάματο ἤτανε δυὸ δραχμές, καὶ ὁλόκληρο δίπατο σπίτι μὲ 6-8 δωμάτια, κόστιζε πέντε ἕξη χιλιάδες δραχμὲς τὸ πολύ. Ὑλικὰ δὲν ἀγόρασαν. Ἦσαν δικά τους. Τὴν πέτρα τὴν πέρνανε ἀπὸ τὸ βουνὸ (τὸ Πήλιο εἶναι κυριολεκτικῶς καταπληγωμένο ἀπὸ τὰ φουρνέλα) τὴν ξυλεία ἀπὸ τὸ δάσος, κι ἀντὶς γιὰ κεραμίδια, βάλανε στὰ σπίτια τους πέτρινες σκεπές. Πῶς νὰ μὴν τὰ χτίζουν τσάμπα; Τί εἶναι ἡ Ζαγορά; ἕνα μεγάλο χωριὸ, καὶ ὅμως τὰ περισσότερα σπίτια της μοιάζουν μὲ σπίτια τῆς πόλεως καὶ ὄχι χωριοῦ.
Οἱ Πηλιορῖτες καὶ ἰδίως οἱ πλούσιοι δὲν πολυνοικιάζουν τὰ σπίτια τους. Τὸ ϑεωροῦν ἀναξιοπρεπές. Προτιμοῦν νὰ μένουν ἀκατοίκητα παρὰ νὰ τὰ νοικιάζουν σὲ ξένους. Ὅταν ἐννοεῖται παραϑερίζουν οἱ ἴδιοι, εὐχαρίστως φιλοξένοῦν συγγενεῖς καὶ φίλους. Οἱ διαβατικοί, ὅσοι δὲν ἔχουν νοικιάσει σπίτι γιὰ τὸ καλοκαῖρι, μένουν εἴτε στὰ χάνια εἴτε στὰ ξενοδοχεῖα, ποὺ δὲν λείπουν ἀπὸ κανένα χωριὸ τοῦ Πηλίου, καὶ ποὺ εἶναι ὅλα καϑαρὰ καὶ φθηνὰ. Κάπως ἀκριβὰ εἶναι μόνον τὰ ἑστιατόρια. Φαντάζομαι τί πληθώρα μεγάλων ξενοδοχείων θὰ εἶχε τὸ θαυμάσιο αὐτὸ βουνὸ ἂν βρισκόταν στὴν Ἑλβετία. Κάθε μιά, κάθε δυὸ ὧρες θὰ συναντοῦσες καὶ απὸ ἕνα καθαρὸ, μεγάλο, μὲ ταράτσες, μὲ μπάνια, μὲ παιχνίδια, χτισμένο στὶς ὡραιότερες καὶ ὑγιεινότερες τοποθεσίες. Καὶ ἡ σκέψη αὐτὴ μοῦ προξενεῖ λύπη, γιατὶ τὰ ξενοδοχεῖα ἄν ὑπῆρχαν θὰ μποροῦσαν κάθε καλοκαῖρι, νὰ ξεκουράζωνται μὲ λίγα ἔξοδα, χιλιάδες ἄνθρωποι ἀπ' τὴν τόσο κουραστικὴ ζωὴ τῶν πόλεων. Παρηγοροῦμαι ὅμως ἀναλογιζόμενος ὅτι τὰ πολλὰ "μοντέρνα" ξενοδοχεῖα θὰ κατέστρεφαν σίγουρα τὴν τόσο ἰδιότυπη χάρη ποὺ παρουσιάζει τώρα, τὸ ὡραῖο, παρθένο ἑλληνικὸ βουνό.
ΙΙ
Ἀπὸ τὴν Πορταριὰ ὡς τὴ Ζαγορὰ δὲν εἶναι παραπάνω (μὲ τὸ ζῶο ἐννοεῖται, γιατὶ ἡ πεζοπορία θέλει καὶ συχνότερο ξεκούρασμα) ἀπὸ 4 1)2 ἕως 5 ὧρες. Οὔτε νοιώϑεις πότε πέρασαν. Φϑάνεις στὸ τέρμα τοῦ ταξειδιοῦ σου καὶ παρ’ ὅλη τὴν κούραση (κουράζει ἀρκετὰ ἡ μουλαροκαβαλαρία τὴ μέση καὶ τὴν πλάτη) ϑὰ ἤϑελες νὰ βαστοῦσε ὥρα ἀκόμη τὸ ταξεῖδι. Τόσο ὡραῖο εἶναι. Σωστὴ φαντασμαγορία, σκηνὴ ἀπέραντου ὑπαιϑρίου θεάτρου μὲ διαρκῶς ἐναλασσόμενο ντεκόρ, ποὺ δὲ σοῦ τὸ κρύβει ποτὲ ἡ αὐλαία. Ξεκινώντας ἀπὸ τὴν Πορταριὰ ὥρα πολλή, ἔχει κανεὶς σὰν δίσκο κάτω του ἁπλωμένον, τὸν Βόλο, μὲ τὸν ἁβρότατο κοντυλογραμμένο κόλπο του, τὸ κουκλίστικο λιμανάκι του, τὸ Κατηχῶρι μὲ τὰ ὡραῖα του σπίτια, τὰ σκαρφαλωμένα σὰν ἀγριοκάτσικα στὰ βράχια καὶ πέρα στὸ βάϑος, τὴν Θεσσαλικὴ πεδιάδα. Σὲ λίγο φαίνεται ἡ Ἀγριά, παραϑαλάσσιο χωριό, σὲ μιᾶς ὥρας ἀπόσταση ἀπ᾽ τὸ Βόλο, μὲ τὸ σὰν χωριοῦ τοῦ Βοσπόρου, κολπίσκο καὶ παρέκει τὰ Ἄνω καὶ Κάτω-Λεχώνια. Τὸ Πήλιον ἀρχιζει νὰ ξετυλίγει τὶς πανοραματικές του ἀπόψεις. Ὑψώματα μὲ μαλακώτατες καμπύλες σὰν τῶν βουνῶν τῆς Ἀττικῆς, μᾶς ὑποδέχονται τὸ ἕνα κατόπιν τοῦ ἄλλου. Οἱ πλαγιές τους εἶναι κυριολεκτικῶς πνιγμένες στὸ πράσινο.
Τὶ βλάστησις ! Θυμίζει τὴν πλουσία βλάστηση τῆς ἑλβετικῆς φύσεως, μὲ τὴ διαφορὰ ὅτι ἐκείνη ἔχει κάτι τὸ χτυπητὸ καὶ τὸ ἐπιδεικτικὸ ποὺ πολλὲς φορὲς κουράζει ἐνῶ ἡ ἑλληνικὴ βλάστησις ἥρεμα χαϊδεύει τὸ μάτι καὶ δὲν τὸ κουράζει ποτέ. Τὸ Πήλιο εἶναι γεμᾶτο ὀπωροφόρα δέντρα, ἄγριες καὶ ἥμερες καστανιές, μηλιές, φουντουκιές. ᾿Εννοεῖται ὅτι δὲν λείπουν καὶ τἄλλα δέντρα, οἱ ἐλιές, οἱ ὀξυές, καὶ κἄπως ἀραιότεραι, οἱ βαλανιδιές. Προχωροῦμε. Νὰ καὶ φτέρη, νὰ καὶ ἐρείκη! Μόνο πεῦκο δὲν ὑπάρχει, τὸ ἀγαπημένο πεῦκο τῆς ᾿Αττικῆς. Εἶναι πρωΐ ἀκόμη, μόλις ἑπτὰ ἡ ὥρα. Ἕνα ἐλαφρὸ βουνίσιο ἀεράκι, σωστὸ βάλσαμο, φυσᾶ. Τὴ βαϑειὰ σιγὴ ποὺ εἶναι παντοῦ χυμένη, μόνο ἐμεῖς τὴν ταράζουμε. Ἐρημιὰ στὸ δρόμο. Κανένας διαβάτης. Αἴφνης ἀπὸ κάποια βάϑη, φϑάνουν οἱ ἦχοι μιᾶς καμπάνας. Γλυκύτατοι ἦχοι, ἀραιοὶ καὶ ἀπόμακροι, ποὺ λυώνουν σιγὰ σιγὰ στὸν κρυστάλλινο πρωϊνὸν ἀέρα, μαγικοὶ καὶ μυστηριώδεις σὰν ἦχοι ἀόρατης καμπάνας. Εἶναι ἡ καμπάνα τῆς Δράκιας. Νὰ καὶ τὸ χωριό. Ἀπὸ ποιὸ φανταστικὸ διήγημα τοῦ Πόε ἔχει ξεφύγει καὶ σφηνωϑεῖ σ᾽ αὐτὴν ἐδῶ τὴν λαγκαδιὰ τοῦ Πηλίου; Σὲ βάϑος τριακοσίων τοὐλάχιστον μέτρων, χαμένο μὲς τὴ λαγκαδιά, μὲ τὰ βουνὰ γύρω-τριγύρω, τεφρὸ καὶ ὄμορφο μὲς τὴν πρωϊνὴ ἄχνα ξεχωρίζει ἕνα χωριό. Ἀδύνατον νὰ περιγράψω τὴν ἐντύπωση ποὺ μοῦ κάνει. Μοῦ φαίνεται κυριολεκτικῶς παραμυϑένιο, σὰν ἀπόκοσμο. Καὶ ὅμως ἡ πολυσύχναστη θάλασσα δὲν εἶναι μακρυά, ἡ ϑάλασσα ποὺ ἐξευγενίζει καὶ πολιτίζει καὶ βάζει στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου τὸν ὡραιότερο πόϑο, τὸν πόϑο τῆς περιπέτειας καὶ τοῦ κινδύνου.
Στὰ μεσόδρομα Πορταριᾶς-Ζαγορᾶς, βρίσκεται τὸ χάνι. Εἶναι ἕνα ἐξοχικὸ σπίτι μὲ τρία τέσσαρα δωμάτια. Κάτω ἀπὸ ἕνα δρὶ τρῶμε αὐγὰ μὲ ϑαυμάσιο ἄσπρο τυρὶ, παχύτατο καὶ φρεσκότατο, ποὺ δὲν τὸ χορταίνεις. Τὸ τυρὶ αὐτὸ εἶναι ἡ σπεσιαλιτὲ τοῦ καταστήματος. Πίνουμε καὶ κρασὶ ποὺ τὸ φκιάνει ὅπως καὶ τὸ τυρὶ ὁ ἴδιος ὁ ξενοδόχος καὶ σὲ μεγάλη ποσότητα, ἀφοῦ κατὰ μέσον ὅρον ξοδεύει 10 χιλιάδες ὀκάδες τὸ χρόνο. Εὐτυχισμένος ἄνθρωπος! Ἔχει τὴ γυναῖκα του, τὰ παιδιά του, τὰ καλά του, κότες, γίδια, ἀρνιά. Τίποτε δὲν τοῦ λείπει. Κοιμόμαστε λίγο σὲ σκληρὰ κρεβάτια μὲ χοντρὰ ἀλλὰ καθαρώτατα σεντόνια μιᾶς κάμαρας ποὺ κυριολεκτικῶς λάμπει ἀπὸ τὴν πάστρα. Ἕτοιμοι, ξεκουρασμένοι καὶ εὔϑυμοι ξανακινοῦμε. Απὸ αὐτὸ τὸ χάνι ἀρχίζει ὁ δρόμος νὰ γίνεται ἀνώμαλος. Κατήφορος καὶ ἀνήφορος σπαρμένοι μὲ λογιῶν λογιῶν πέτρες. Θαυμάζω τὸ μουλάρι μου. Περνᾶ μὲ τὴ μεγαλύτερη εὐκολία, σιγουριὰ καὶ δολιότητα, χωρὶς τὸ παραμικρὸ γλίστρημα ἢ παραπάτημα, δρόμους τόσο δύσβατους, τόσο ἀνώμαλους καὶ ἀπόκρημνους, ποὺ ὅταν τοὺς πρωτοϊδεῖς σοῦ φαίνονται κυριολεκτικῶς ἀδιάβατοι. ᾿Ανηφοριές ὁλόϊσες καὶ κατηφοριὲς σχεδὸν κάϑετες ὅλες τὶς περνᾶ τὸ νοημωνέστατο ζῷο ποὺ ἂν καὶ εἶναι μόλις ἡ τρίτη φορὰ ποὺ τὸν κάνει τὸν ξέρει ϑαυμάσια τὸν δρόμο. Ὦ εὐφυΐα τοῦ ἐνστίκτου! Τύφλα νἄχει τὸ κεφάλι μας, τὸ πολυϋμνημένο ξερὸ κεφάλι μας μὲ ὅλο του τὸ μυαλό μπροστὰ στὸ ἔνστικτό σου γάϊδαρέ μου! Δὲ σφάλλεις οὔτε στιγμὴ στὸ δρόμο σου, τὸν ἀνωμαλώτατο δρόμο σου, ἐνῶ ἐμεῖς σκουντουφλοῦμε καὶ τσακιζόμαστε κάϑε τόσο καὶ στὸν πιὸ ὁμαλὸ δρόμο!
Ἀπ’ ὅ,τι βλέπω ἐδῶ δὲν μοῦ φαίνονται καϑόλου παράξενα τὰ ὅσα διηγοῦνται γιὰ τὰ περίφημα ἀραγωνέζικα μουλάρια ποὺ δεμένοι οἱ ταξειδιῶται ἀπάνω στὴ ράχη τους περνοῦν τὰ στενότατα ἀπόκρημνα μονοπάτια τῶν Πυρηναίων. Ὡς τόσο δὲ λέει νὰ μᾶς βγάλῃ σὲ ἴσωμα ὁ δρόμος. Καὶ τὸ διαβολεμένο μουλάρι μου παρὰ τὰ συχνοτραβήγματα τοῦ καπιστριοῦ ποὺ τοῦ κάνει καὶ τὰ ρὰπ! ρὰπ! καὶ τὰ πάτσι! πάτσι! τοῦ ἀγωγιάτη, ὅλο καὶ πάει στὶς ἄκρες τοῦ δρόμου, λὲς καὶ τὄβαλε πεῖσμα νὰ μὲ τρακάρει κατακούτελα σὲ κανένα ἀπὸ τὰ δένδρα ποὺ ξεφυτρώνουν ἐκεῖ κάϑε τόσο.
Μία στιγμὴ παρ᾽ ὀλίγο νὰ τὴν πάϑω. Σὲ μιὰ κορυφὴ βρεϑήκαμε ἀποτόμως ἐμπρὸς στὸν κορμὸ ἑνὸς δέντρου καὶ μὲ τὴ φόρα ποὺ εἶχε πάρει τὸ μουλάρι, σίγουρα ϑὰ χτυποῦσα στὸ μέτωπο πολὺ ἄσχημα, ἂν δὲν πρόφϑαινα νὰ πάρω ἕνα εἶδος πόζας Ἀβεσσαλώμ, νὰ πιαστῶ δηλαδὴ μὲ τὰ χέρια ἀπὸ ἕνα κλαδὶ καὶ νὰ βγάλω ἐγκαίρως τὰ πόδια μου ἀπὸ τοὺς ἀναβατήρας. Γιὰ καλὴ μου τύχη δὲν ἦσαν καλὰ περασμένα στοὺς ἀναβατήρας, γιατὶ ἄν ἧσαν ὁ Θεὸς ξέρει τί θλάσεις καὶ διαϑλάσεις ϑὰ πάϑαινε ἡ καϑόλου εὐλίγιστη μέση μου!
Ὁ φίλος μου συνηθισμένος στὰ μικροεπεισόδια αὐτὰ μοῦ λέει πειραχτικά :
-Ἡ ζωὴ δὲν ἀξίζει χωρὶς κινδύνους.
Ἔχεις δίκαιο τοῦ ἀπαντῶ, τὸ εἶπε καὶ ὁ Νίτσε, πρέπει ὅμως οἱ κίνδυνοι νὰ εἶναι ὡραῖοι καὶ γόνιμοι, καὶ νὰ μὴν ἐκτίϑεσαι σ᾽ αὐτοὺς, ἔτσι χάριν γούστου, ὅπως οἱ σπληνητικοὶ Ἄγγλοι ποὺ πᾶν γυρεύοντας σπάνιες σανσασιόν. Φαντάσου νὰ σκοτωθεῖς ἀπὸ ἕνα τυχαῖο χτύπημα! Τί ἀνόητος ϑάνατος, τί ἔλλειψις σοβαρότητος στὸ σοβαρώτερο γενονὸς τῆς ζωῆς! Ὁ ὡραῖος καὶ ἔνδοξος θάνατος νὰ ποιὸς ϑάνατος μόνον ἀξίζει. Ὅλοι οἱ ἄλλοι φανερώνουν κακοτυχία καὶ κακὸ γοῦστο ὅπως πολὺ σωστὰ λέγει ὁ Μπαρρὲς σκαρφαλωμένος στὴ μετώπη τοῦ Παρϑενῶνος καὶ φοβούμενος μήπως γκρεμιστεῖ καὶ βρεῖ ϑάνατο ἀνάξιο ἑνὸς τόσο ὡραίου μέρους.
Ἕνα τρεχούμενο κελαρυστὸ νερὸ μᾶς προκαλεῖ τόσο ποὺ δὲν κατορϑώνουμε ν' ἀντιστάϑοῦμε στὸν πειρασμὸ νὰ τὸ γευϑοῦμε.
Ἄλλωστε πρέπει λίγο νὰ σταματήσουμε γιατὶ ἔχουν κουραστεῖ οἱ ἀνωγιάτες καὶ τὰ ζῶα. Κατεβαίνουμε καὶ τὸ δοκιμάζουμε. Εἶναι κατάκρυο καὶ ἐλαφρότατο. Βουνήσιο νερὸ ὅπως λένε ἐπιγραμματικὰ οἱ χωριάτες. Κολατσίζωμε καὶ ὁ ὁμιλιτικώτατος Χαράλαμπος ὁ ἐλαχίστας στιγμὰς «θεὶς φραγμὸν ἐπὶ τῷ στόματι αὐτοῦ» ἀπ’ τὴν ἀρχὴ τοῦ ταξειδιοῦ μας μὴ ἐννοῶν κατ'οὐδένα λόγον νὰ χάσῃ τὴν εὐκαιρία, μᾶς διηγεῖται διάφορα ἐπεισόδια τῆς βουνίσιας ζωῆς. Πόσο ἀβίαστα, ἐδῶ, στὸ φυσικό των πλαίσιο, ἐξηγοῦνται τὰ δημοτικὰ τραγούδια καὶ ἡ ἀρματολικὴ ζωή.
-Δὲ μοῦ λές, Χαράλαμπε, ϑἄϑελες νὰ ζεῖς στὴν πολιτεία;
-Καὶ τί νὰ κάνω στὴν πολιτεία; Δὲν ν᾽ ἀφίνου ἰγὼ τὸ β᾽νό.
Καὶ ποιὸς βουνίσιος ἀφίνει τὸ βουνὸ γιὰ τὸν κάμπο. Ὅλοι οἱ ἀληϑινοὶ βουνίσιοι ποὺ ἀνακγάζονται νὰ ζήσουν στὴν πόλη, ἔχουν διαρκῶς τὸν καϋμὸ τοῦ βουνοῦ, ἀπὸ τὸν ὁποῖον καὶ πεϑαίνουν πολλὲς φορές. Τὸ παράπονο τοῦ Κρυστάλλη «ϑέλω ν᾽ ἀνέβω στὸ βουνὸ τί θὰ μὲ φάγει ὁ κάμπος» εἶνε τὸ παράπονο κάϑε βουνίσιου ποὺ ξενιτεύτηκε στὸν ἄχαρο κάμπο. Ἁπλὸ παράπονο ποὺ κλείνει ὅλη τὴν πίκρα ἑνὸς χαμένου καλοῦ στὶς λίγες του λέξεις.
ΙΙΙ
Μεσημέρι, ἀφοῦ ἀρκετὴ ὥρα μᾶς ἔψησε ὁ ἥλιος, φϑάσαμε στὴ Ζαγορά. Γιὰ νὰ διασχίσωμε τὸ μεγαλείτερο μέρος της, κάναμε παραπάνω ἀπὸ μισὴ ὥρα. Δρόμος μεγάλος, σπίτια χτισμένα ὅλα μέσα σὲ τοῦφες δέντρων, ἀλλοῦ ἀραιὰ καὶ ἀλλοῦ πυκνά, ἄλλα ψηλὰ σὰν κάστρα, κι᾿ ἄλλα χαμηλὰ ἕτοιμα λὲς νὰ ροβολήσουνε στὶς ρεματιές. Καφεναδάκια, μπακάλικα, μιὰ ἐκκλησοῦλα μὲ μιὰ μεγάλη πλατεῖα ὁλόγυρα. Φϑάνομε τέλος στὸ «παζάρι» (τὸ κεντρικώτερο μέρος τοῦ χωριοῦ καὶ ὄχι ἡ ἀγορά). Εἶναι μιὰ τετράγωνη πλατεῖα στὶς πλευρὲς τῆς ὁποίας βρίσκονται τὰ καφενεῖα, τὸ ἑστιατόριο, μιὰ ἐκκλησία, λίγο πιὸ ἀπάνω τὸ ξενοδοχεῖο καὶ στὴ μέση μιὰ ἀναμνηστικὴ μαρμάρινη στήλη τῶν Ζαγοριανῶν τῶν φονευϑέντων στοὺς τελευταίους πολέμους. Ξεκουραζόμαστε λίγο, τρῶμε καὶ ἀνεβαίνουμε γιὰ τὸν μεσημεριανὸν ὕπνο.
![]() |
| Πλατεία Αγ. Γεωργίου. Προπολεμικό ψιλικατζίδικο. (Αρχείο περιοδικού "Λιμνιώνας") |
Στὶς 7 1)2 τὸ ἀπόγευμα βρισκόμαστε πάλι στὴν πλατεῖα. Εἶναι γεμάτη ἀπὸ ἐντοπίους καὶ παραϑερίζοντας. Διακρίνομε μερικὲς χαριτωμένες ἐξοχικὲς σιλουέττες κυριῶν καὶ δεσποινίδων, ἀρκετὰ Ἀϑηναϊκές. Σωστὴ κοσμικὴ συγκέντρωσις. Μόνον ὁ ἀγαπητὸς Φιλύρας λείπει. Τὸ γκαρσόνι τὸ ὁποῖον μᾶς ἔφερε καφὲ καὶ φρεσκότατες (μόλις 4 ἡμερῶν) ἀθηναϊκὲς ἐφημερίδες, μᾶς πληροφορεῖ αὐϑορμήτως ὅτι τὴ νύχτα θὰ γίνει χορὸς στὴν πλατεῖα.
-Τί χορὸς παιδὶ μου;
-Χωριάτικος καὶ πλούσιος (ἐννοεῖ εὐρωπαϊκός).
Φὸξ-τρὸτ στὴ Ζαγορά! Ὄχι ϑελκτικώτατον ϑέαμα, δὲν ϑὰ σὲ χάσωμε κατ᾽ οὐδένα λόγον!
Γύρω-τριγύρω στὴν μεγάλη πλατεῖα, σὲ κύκλο εὐρύτατο, ἔχουν ἀπὸ νωρὶς τοποϑετηθεῖ καρέκλες. Κατὰ τὰς 10, κατηφεῖς ὥσὰν νὰ παρακολουϑοῦν κηδεία, ἀρχίζουν νὰ προσέρχωνται οἱ ἐντόπιοι σὺν γυναιξὶ καὶ τέκνοις. Κάϑονται σιωπηλοὶ καὶ ἄτεγκτοι, Ἕνας κοιλαρᾶς τοῦ ὁποίου ἐτόλμησα ν᾽ ἀτενίσω τὴν ἀρκετὰ νόστιμη κόρη, μὲ κατακεραύνωσε μ᾽ ἕνα βλοσυρώτατο βλέμμα. Ριγῶ σκεπτόμενος τὸν ἀτυχῆ χορευτὴ ὁ ὁποῖος ὑπὸ τὰ βλέμματα τοιούτου πατρὸς ϑὰ τολμήσῃ νὰ σφίξει εἰς τὴν ἀγκάλην του καὶ ὄχι ν᾽ ἀτενίσει ἁπλῶς ὅπως ἐγὼ τὴν τρυφερὰν νεάνιδα. Ἀλλὰ ἰδοῦ καὶ οἱ ξένες κυρίες καὶ δεσποινίδες μὲ τοὺς συνοδούς των. Εἶναι τοῦ περιπάτου οἱ τουαλέττες αὐτὲς ποὺ φοροῦνε, τουαλέττες ὑπαιϑρίου χοροῦ ἢ κανένα melange, καμμία κρεασιὸν Ζαγκορά! Οἱ περισσότεροι εἶναι ἐφοδιασμένοι μὲ μικρὰ φανάρια γιὰ τὸν γυρισμό. Εἰς δὲ ὕψωμα, ἀπ’ ὅπου ἕνας πλανόδιος ταχυδακτυλουργὸς ἔκανε λίγες ὧρες πρὶν νὰ σπαρταρᾶ, ἀπ᾿ τὰ γέλια ὁ γύρω μαζεμένος κόσμος, ἔχει τοποϑετηϑεῖ τὸ κλασικὸ τρίο τῶν χωριανῶν μουσικῶν, ὁ βιολιτζῆς, ὁ πιφιριτζῆς, καὶ ὁ λαουτιέρης. Χορευταὶ ὑπάρχουν, ὀρχήστρα ὡσαύτως. Ἴσως νὰ ὑστερῆ λίγο τὸ κοτρονοειδὲς παρκέτο, ἀλλὰ τὶ νὰ γίνει, ἐκ τῶν ἐνόντων, προκειμένου νὰ χορέψουμε;
Κομπλὲ λοιπὸν τὸ ντάνσιγκ. Ὥρα ν᾿ ἀρχίσουμε. Καὶ πράγματι φεῦ! Τὸ βάσανο ἀρχίζει. Προκατακλυσμιαῖα βὰλς - ποῦ εἶσαι γιαγιάκα μου;-κρούονται ὑπὸ τῆς ὀρχήστρας μετὰ μανίας καὶ πάθους, εἰς τόνον καὶ χρόνον ἀμανεδοειδῆ. Τὸ πίφερο παραδίδεται εἰς ὁλοφυρμούς ἀδιαφορὸν τελείως διὰ τὰ δύο ἄλλα ὄργανα τὰ ὁποῖα μάτην ἀγωνίζονται νὰ τὸ πείσουν ὅτι ἔχει καὶ πρὸς τὸ σύνολον ὑποχρεώσεις. Ποῦ νὰ τ' ἀκούσει μὲ τὸν δρόμο ποὺ ἔχει πάρει. Χωρὶς νὰ θέλω, στρέφω τὸ βλέμμα πρὸς τὸ ξενοδοχεῖο μας. Καὶ ἄν φύγουμε, δὲν γλυτώνουμε. Εἶναι δυὸ βήματα. Μετὰ τὰ βὰλς, τὸ ταγκὸ. Τὶ ταγκὸ ἤταν ἐκεῖνο, ποὺ τὸ τρέμει ὁ λογισμὸς! Μήπως ὑπῆρχε νεκρὸς εἰς τὸ χωριὸ καὶ δὲν τὸ εἴχαμε πάρει εἴδηση; Ἀρχίσαμε νὰ μελαγχολοῦμε. Τὸ θέαμα ἦτο ἀσφαλῶς ἑλκυστικώτατον ἀλλ' ἀργοῦσε νὰ ἐξελιχθῇ ἐν ὅλῃ του τῇ μεγαλοπρεπείᾳ.
-Ἔ σὺ μπισπιρίγκο, δὲν διανύεις καμιὰ δεκαριὰ χιλιόμετρα, νά πᾶς ἂν καὶ, κατάκοπος ἀπὸ τὴν πορεία, νὰ ζητήσεις γιὰ χορὸ αὐτὴν τὴν δεσποινίδα ἡ ὁποία κάϑεται ἀκριβῶς στὸ ἀπέναντι μέρος τοῦ χορευτικοῦ κύκλου ματαίως προσπαθοῦσα νὰ σὲ διακρίνει μὲ τὸ τηλεσκόπιον τὸ ὁποῖον κρατεῖ; Ὁ μπισπιρίγκος δὲ σαλεύει ἀπὸ τὴ θέση του, ἀλλ' οὔτε καὶ ἄλλος κανεὶς. Μὰ γι᾿ αὐτὸ λοιπὸν μαζευτήκατε ἐδῶ γιὰ νὰ κυττάει ὁ ἕνας τὸν ἄλλον; Ἐν τῷ μεταξὺ τὸ βιολὶ ἔχει παραδοϑεῖ εἰς ϑρήνους και ὁδυρμοὺς φορτίσσιμους, ὀξεῖς ὡσὰν τσιτσιρίσματα βρέφους καὶ διαπεραστικοὺς σὰν ξελαρυγγιάσματα τρελλῆς. Σηκωϑήκαμε καὶ τὸ βάλαμε στὰ πόδια. Ὁ κίνδυνος ἦτο πλέον σοβαρὸς καὶ μόνον ὁ ὕπνος μποροῦσε νὰ μᾶς σώσει, ὅπερ καὶ ἐγένετο παρὰ τὰς ἐντονωτάτας διαμαρτυρίας τοῦ πιφιρτζῆ, τοῦ βιολιτζῆ καὶ τοῦ λαουτιέρη. Τὴν ἄλλη μέρα τὸ πρωΐ, μὲς στὸ εὔθυμο κουβεντολόϊ τοῦ ξεκινήματος, ὁ ἀγωγιάτης μὲ ρώτησε ἂν ἥμουν στὸ χορό.
-Ὄχι, Χαράλαμπε. Βάσταξε πολύ;
- Ὡς τὶς τρεῖς τὸ πρωΐ π᾿ ἀνάϑεμά τον! ᾿Εγὼ κι᾽ ὁ Δημήτρης εἴμαστε ξαπλωμένοι πίσω ἀπ᾿ τὸ καμπαναριὸ καὶ προσπαϑούσαμε νὰ κοιμηϑοῦμε. Δὲν τὰ καταφέρναμε ὅμως.
-Ἀπ᾽ τὴ φασαρία βέβαια;
- Ὄχι τόσο ἀπ᾽ τὴ φασαρία τοῦ χοροῦ, ὅσο ἀπὸ μιὰν ἄλλη φασαρία ποὺ γινόταν στὸ καμπαναριό.
- Τί φασαρία μωρὲ Χαράλαμπε ;
-Νά, κάϑε λίγο καὶ λιγάκι ἐρχόντουσαν κυρίες, καὶ κεῖ στὰ σκοτεινά, νομίζοντας πὼς δὲν τὶς βλέπει κανεὶς... κελαϊδοῦσαν.
Φυσικά. Ἕνας ὑπαίϑριος χορὸς μποροῦσε νὰ μὴν ἔχει καὶ ὑπαιϑρία τουαλέττα;
Κατηχῶρι-Σεπτέμβριος
Κλέων Παράσχος
__________________________________
ΣΗΜΕΙΩΣΗ:
Παρατηρούμε ότι η κεντρική πλατεία του Αγ. Γεωργίου αναφέρεται ως "Παζάρι" στο δημοσίευμα του Παράσχου, αναφορά που επίσης συναντάμε και στο οδοιπορικό της Έλλης Αποστολίδου...



.jpg)
