Στην σημερινή ανάρτηση θα δούμε ένα ακόμη ταξίδι του Πουριανού καπετάν Γιάννη Στούρνα που άρχισε στις 18 Οκτωβρίου του 1943 και είχε σαν κύριο σκοπό την μεταφορά των ναυαγών του υποβρυχίου "Υ1 Κατσώνης" στα τουρκικά παράλια. Σ' αυτό συμμετείχαν δύο γνωστοί μας Χορευτίσιοι, ο Νίκος Βαενάς (Παπαϊωάννου) ως επιβάτης και ο αδερφός του Ηρακλής ως μέλος του πληρώματος του καϊκιού. Ο Νίκος συνέχισε το ταξίδι του με τους ναυαγούς του "Κατσώνη" φθάνοντας στην Βηρυτό στις 11 Νοεμβρίου του 1943 και ύστερα κατέληξε στην Αλεξάνδρεια όπου κατατάχθηκε ως εθελοντής στο Πολεμικό Ναυτικό. Μεταξύ των επιβατών ήταν και ένας φίλος του Νίκου Βαενά, ο Θανάσης Σιαφάκας από το Κεραμίδι. Ο τελευταίος ταξίδεψε θέλοντας να ανακαταταχθεί στο Πολεμικό Ναυτικό όπου ήδη υπηρετούσε όταν ξέσπασε ο πόλεμος.
Σχετικά με το ταξίδι αυτό διασώζονται τρεις αναλυτικές αφηγήσεις: οι δύο προέρχονται από τους ναυτικούς του "Κατσώνη" ύπαρχο Ηλία Τσουκαλά και υποκελευστή Αντώνιο Αντωνίου και η τρίτη είναι του προαναφερθέντος ναυτικού Αθανασίου Σιαφάκα από το Κεραμίδι. Επιλέξαμε την τελευταία διότι αυτή επεκτείνεται και παρουσιάζει στιγμιότυπα από την διαδρομή των Σιαφάκα και Βαενά πέρα από την Αλεξάνδρεια, στο Τσάταμ της Ν.Α. Αγγλίας, όπου κατέληξαν σαν μέλη πληρώματος για την παραλαβή αντιτορπιλικού από τις Αγγλικές δυνάμεις. Εκεί, τον Μάρτιο του 1944 οι δύο φίλοι αποχωρίζονται, με τον πρώτο να παραμένει στις εργασίες προετοιμασίας του αντιτορπιλικού "Αιγαίον ΙΙ" και τον δεύτερο να μετατίθεται και να εντάσσεται στο πλήρωμα της κορβέτας "Κριεζής ΙΙ".
Η αφήγηση αυτή του Αθ. Σιαφάκα δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά σε συνέχειες στο μηνιαίο περιοδικό "Ναυτική Ελλάς" (1994-1996) και αναδημοσιεύθηκε στο έργο του αντιναυάρχου του Π.Ν. Αναστάσιου Δημητρακόπουλου "Β΄ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ - ΟΙ ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ ΤΟΥ ΝΑΥΤΙΚΟΥ ΘΥΜΟΥΝΤΑΙ" από όπου πήραμε μόνον το μέρος της που αφορά στο ταξίδι Κουλούρι- Αϊβαλί-Βηρυτός-Αλεξάνδρεια-Αγγλία.
Παραθέτουμε το σύντομο βιογραφικό του Α. Σιαφάκα και έπειτα την αφήγησή του λίγο μετά την απελευθέρωσή του από τους Ιταλούς και την επάνοδό του στο χωριό του Κεραμίδι.
Ο Αθανάσιος Σιαφάκας (Κεραμίδι Πηλίου 1911 - Αθήνα 2010) κατατάχθηκε στο Ναυτικό το 1931 ως ναύτης εθελοντής τορπιλομηχανικός. Το 1935 απολύθηκε από το Ναυτικό λόγω της εμπλοκής του στο βενιζελικό κίνημα του 1935, αλλά το ίδιο έτος ακυρώθηκε η απόλυσή του και συνέχισε να υπηρετεί στη διάρκεια του πολέμου του 1940-41 μέχρι και την κατάρρευση. Τον Απρίλιο του 1943 συνελήφθη από τις δυνάμεις κατοχής και παρέμεινε έγκλειστος επί πεντάμηνο. Τον Οκτώβριο του 1943 διέφυγε από την κατεχόμενη Ελλάδα στην Μέση Ανατολή όπου ανακατατάχθηκε στο Ναυτικό και το 1946 απολύθηκε φέροντας τον βαθμό του διόπου. Ωστόσο, το 1989 ανακλήθηκε η απόλυσή του, προήχθη αναδρομικά μέχρι του βαθμού του σημαιοφόρου και λογίστηκε σε αποστρατεία από το 1966 με τον ίδιο αποστρατευτικό βαθμό.
Ο Αθ. Σιαφάκας στην Πάτρα το 1941. Πηγή: Αναστάσιος Δημητρακόπουλος "Οι Πολεμιστές του Ναυτικού θυμούνται" ... Έφυγα με το πρωινό τραίνο και έφθασα στην Κάρλα στις 10 το πρωί. Με υποδέχθηκαν οι φίλοι μου ψαράδες και τα αδέλφια μου. Δεν ήξεραν αν ήμουν ζωντανός. Οι Ιταλοί μας είχαν απαγορεύσει την αλληλογραφία.
Την άλλη μέρα έφυγα για το χωριό μου. Και εκεί με είχαν για χαμένο. Εκείνο το βράδυ όλο το χωριό πέρασε από το σπίτι μας. Η καημένη η μάνα μου έκλαιγε από τη χαρά της. Δεν πίστευε στα μάτια της ότι ήμουν πάλι κοντά της.
Συνάντηση µε τους διασωθέντες του υποβρυχίου Κατσώνης και σχέδια για διαφυγή στη Μέση Ανατολή.
Την επόμενη μέρα, στο καφενείο του χωριού µου, έπινα τον καφέ µου παρέα µε τους φίλους µου. Ανάμεσά τους και ο αγροφύλακας του χωριού. Με καλωσόρισε και σε λίγο µου είπε: «Να σου πω ένα νέο. Σήμερα ήμουν στο Βένετο και έμαθα πως κάτω στο Κουλούρι, στην παραλία, έχουν έρθει τρεις αξιωματικοί του Ναυτικού. Είναι από το υποβρύχιο Κατσώνης, που το βούλιαξαν προχθές οι Γερμανοί κοντά στη Σκιάθο». Σημειώνω πως στο Βένετο έδρευε, από καιρό, η αγγλική αποστολή, µε επικεφαλής τον λοχαγό «Ερρίκο».
Η πληροφορία αυτή ήταν για µένα πολύτιμη. Δεν έβλεπα την ώρα να ξημερώσει. Έπρεπε να πάω στο Κουλούρι να δω μήπως και γνώριζα κανέναν από τους ναυαγούς του Κατσώνης που είχαν φθάσει εκεί.
Κατέβηκα το πρωί στη θάλασσα. Η απόσταση ως την παραλία του Βένετου είναι περίπου τρία µε τέσσερα μίλια. Βρήκα ένα μικρό σκαφάκι που, ευτυχώς, είχε μέσα και τα κουπιά. Ήταν του ράφτη του χωριού µας, του Χαράλαμπου. Το χρησιμοποιούσαν όλοι όσοι το χρειάζονταν. Έφθασα στο Βένετο ύστερα από δύο περίπου ώρες κωπηλασία. Τράβηξα το βαρκάκι στο μικρό όρμο. Εκεί µε υποδέχθηκε η κυρά Πάτρα, μητέρα του φίλου µου Νίκου Βαενά. Είχα να τη δω κάμποσα χρόνια. Έμενε εκεί μόνιμα, µε τα παιδιά της, τον Νίκο και τον Ηρακλή.
Ο Νίκος Παπαϊωάννου (Βαενάς). Η φωτογραφία προέρχεται από το βιβλίο του Δημήτρη Μιχαλιτσιάνου "Αλιείς και φυσιογνωμίες του Χορευτού". Και να, σε λίγο, καθισμένος στην παραλία, ο ύπαρχος του Κατσώνη. Με μια παρέα έπινε τσίπουρο µε μεζέδες. Ο [υποπλοίαρχος Η.] Τσουκαλάς µε γνώρισε αμέσως: «Βρε Σιαφάκα, τι γυρεύεις εδώ;». Του φάνηκε παράξενο. Δεν ήξερε, φυσικά, ο άνθρωπος ότι καταγόμουν από το κοντινό χωριό Κεραμίδι. Ήταν αξιωματικός σε ένα αντιτορπιλικό όπου υπηρετούσα πριν από τον πόλεμο. Του είπα το ιστορικό µου και πώς παρέμεινα στην Ελλάδα. Με άκουσε προσεκτικά.
«Ακούστε κύριε ύπαρχε», του είπα, «τώρα που σας βρήκα, κανονίστε να µε πάρετε μαζί σας στη Μέση Ανατολή. Εδώ δεν έχω κανένα προορισμό». «Ναι», µου είπε, «πιστεύω πως γρήγορα θα ξέρουμε πότε θα φύγουμε. Σε λίγες μέρες θα έχουμε νεώτερα. Νομίζω πως θα είναι εύκολο να έρθεις και συ μαζί µας. Να έρχεσαι από εδώ να τα λέμε και να ενημερώνεσαι για το πότε θα φύγουμε».
Γιομάτος χαρά, πήρα το σκαφάκι για το δρόμο επιστροφής στο χωριό. Τράβηξα έξω το σκαφίδι και ανέβηκα προς το σπίτι µου. Η χαρά µου δεν περιγράφεται. Δεν έβλεπα την ώρα πότε θα έφευγα για τη Μέση Ανατολή.
Οι μέρες της Κατοχής περνούσαν δύσκολες. Μπήκαμε στον Οκτώβριο του 1943. Το χωριό µου ήταν ανταρτοκρατούµενο. Το αρχηγείο τους βρισκόταν στην Κερασιά Βόλου, ενώ το αρχηγείο της αγγλικής αποστολής έδρευε στο Βένετο, µε επικεφαλής τον λοχαγό «Ερρίκο». Στην Κερασιά βρισκόταν από καιρό και ο στρατηγός Στέφανος Σαράφης.
Η επαφή µε το Βένετο ήταν σχεδόν καθημερινή. Πλησίαζε η 15η Οκτωβρίου. Λίγες μέρες νωρίτερα είχα συναντηθεί µε τον υποπλοίαρχο Τσουκαλά και τα είχαμε πει σχετικά µε την αναχώρησή µας για τη Μέση Ανατολή. Μου είχε πει να είμαι έτοιμος γιατί θα φεύγαμε στις 18 του μηνός. Θα ερχόταν μαζί µας και ο Νίκος, ο γιος της κυρά Πάτρας. Του είπα ότι είχα και εγώ ένα καλό παιδί που ήθελε να έρθει μαζί µας στη Μέση Ανατολή και του μίλησα για τον Γιώργο Κοντογιάννη. Μιάς και τον σύστηνα εγώ, δέχθηκε εύκολα να έρθει και αυτός μαζί μας.
Η κυρά Πάτρα έμενε από χρόνια στην παραλία Κουλούρι. Μαζί της έμεναν και τα τρία παιδιά της. Ο μεγάλος της γιος ο Νίκος, ο μεσαίος που φοιτά στην ιερατική σχολή και ο πιο μικρός, ο Ηρακλής, ένα γεροδεμένο παλικάρι, περίπου 18 ετών. Είχαν εκεί ένα μικρό καφενείο και η κυρά Πάτρα φρόντιζε για το φαγητό και ό,τι άλλο χρειάζονταν οι ναυαγοί του Κατσώνη.
Η διαφυγή στη Μέση Ανατολή.
Το απόγευμα της 18ης Οκτωβρίου, στις 3 μ.µ., ξεκίνησα για το Βένετο. Απέχει περίπου τέσσερα χιλιόμετρα από το Κεραμίδι. Στην αυλή του σπιτιού µας, ο πατέρας µας, σχεδόν δακρυσμένος, µε παρακάλεσε να µη φύγω: «Τώρα, όπου νάναι, ο πόλεμος τελειώνει. Γιατί να φύγεις;». Δεν του απάντησα. Την απόφασή µου την είχα πάρει. Από εκείνη την ημέρα δεν τον ξαναείδα. Πέθανε το 1945, ενώ ακόμη βρισκόμουν στη Μέση Ανατολή.
Ντυµένος µε το καλό µου κοστούμι και µε λίγα ρούχα στο χέρι, ξεκίνησα για το Βένετο. Θα φεύγαμε το ίδιο βράδυ. Κοίταξα από την αυλή του σπιτιού µας το καμπαναριό της εκκλησίας, έκαμα το σταυρό µου και ξεκίνησα. Από κοντά ακολουθούσε η μικρή µου αδελφή, το Λενάκι και από πίσω ο Ντικ, ο πιστός µας σκύλος. Κατηφορίσαμε ώσπου φθάσαμε στο ξωκλήσι του Αγίου Αθανασίου, περίπου δύο χιλιόμετρα από το χωριό. Μπήκα μέσα, έκανα την προσευχή µου και υποσχέθηκα, όταν γυρίσω να κάμω λειτουργία. Το τάμα µου το πραγματοποίησα ύστερα από δέκα χρόνια, επειδή ο παπάς του χωριού µου ήταν άρρωστος.
Καθίσαμε εκεί για λίγα λεπτά. Φίλησα το Λενάκι µας και της είπα να γυρίσει πίσω στο χωριό. Δεν είχε πια κανένα λόγο να προχωρήσει άλλο. Έφυγε από κοντά µου σιγοκλαίγοντας. Μαζί µου έμεινε ο Ντικ. Με ακολουθούσε κατά πόδας. Δεν ήθελε να φύγει από κοντά µου. Ήταν ένα μικρόσωμο, αλλά πανέξυπνο σκυλάκι.
Είχα πλησιάσει αρκετά προς το Βένετο. Κάθισα λίγο να ξεκουραστώ, χάιδεψα τον Ντικ και του φώναξα δυνατά να φύγει. Το φιλότιμο σκυλάκι µε κοίταξε στα µάτια και όρμησε επάνω µου. Το αγκάλιασα, το χάιδεψα και πάλι, έκαμε γύρω µου δύο-τρεις στροφές και πήρε το δρόμο της επιστροφής για το χωριό.
Ο όρμος Κουλούρι στο Βένετο. Φωτογραφία του 1958.
Πηγή: Βένετο ΠηλίουΒράδιασε όταν έφθασα στην παραλία Κουλούρι. «Α», μου είπε ο Τσουκαλάς, «ήρθες. Φεύγουμε απόψε».
Πυρετός εκείνη την ώρα στο Βένετο. Ήταν αυτό που λέμε στο Πολεμικό Ναυτικό «προετοιμασία απάρσεως». Έπρεπε να εφοδιαστούμε µε τρόφιμα, τουλάχιστον για τρεις μέρες. Η κυρά Πάτρα, η μάνα του Νίκου Βαενά, και ο μικρότερος γιος της, ο Ηρακλής, βρίσκονταν σε μεγάλη κίνηση. Είχαν φροντίσει να µη µας λείψει τίποτε στο διάστημα του επικίνδυνου αυτού ταξιδιού προς την Τουρκία. Έπρεπε να ταξιδέψουμε 190 ναυτικά μίλια κάτω από τη μύτη των Γερμανών που αλώνιζαν στο Αιγαίο. Ο υποπλοίαρχος Τσουκαλάς είχε προμηθευθεί όλα τα σχετικά για το ταξίδι - πυξίδα, χάρτες κ.λπ. - µέχρι το Τσεσµέ ή το Αϊβαλί της Τουρκίας. Μέχρι και την τουρκική σημαία είχε πάρει, να σηκώσουμε όταν θα μπαίναμε στα τουρκικά χωρικά ύδατα.
Κόντευε να νυχτώσει. Σε λίγο ήρθε και ο Γιάννης Κωνσταντάρας. Είχε κανονίσει να έρθει και αυτός μαζί µας, αλλά, δυστυχώς, έφθασε σε λίγο η εξαδέλφη µου, η Μαρία Βλαχάβα µε τον αδελφό της Στάθη. Ήταν σε κατάσταση προχωρημένης εγκυμοσύνης και, κλαίγοντας, µας παρακάλεσε να µην έρθει μαζί µας ο Γιάννης, που ήταν αρραβωνιασμένος µε την Μαρία εδώ και κάμποσο καιρό. Ύστερα από αυτό, φυσικά, ο Γιάννης δεν ήρθε μαζί µας.
Το καΐκι Άγιος Γεώργιος και ο καπετάνιος Στούρνας.
Ήταν το καΐκι του καπετάνιου Γιάννη Σολδάτου, που ήταν γαμπρός της κυρά Πάτρας. Ένας λεβέντης πενηντάρης θαλασσινός. Το καΐκι αυτό το κυβερνούσε εδώ και μήνες ο καπετάν Γιάννης Στούρνας. Η καταγωγή του ήταν από το διπλανό χωριό, το Πουρί. Το καΐκι αυτό -πέντε τόνων περίπου - έκαμε πολλά ταξίδια από το Βένετο στην Τουρκία. Ο καπετάν Στούρνας, ένας μικρόσωμος πενηντάρης, µε πλήρωμα ακόμη δύο παιδιά - μηχανικός ο μικρός γιος του Σολδάτου, ο Γιάννης, 18 ετών τότε και ο μικρός γιος της κυρά Πάτρας, ο Ηρακλής. Αυτό ήταν το πλήρωμα του καϊκιού και µε αυτό ο Στούρνας έκαμε, στη διάρκεια της Κατοχής, τουλάχιστον 20 ταξίδια από το Βένετο στο Τσεσµέ της Τουρκίας.
Το καΐκι "ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ" του Σολδάτου. Πηγή: Ηλία Τσουκαλά Υποβρύχιον Υ1. Θυμάμαι τώρα το τραγούδι του σκάφους Αγία Κυριακή: «Αλεξάνδρεια-Ραφήνα». Και καταλήγει το τραγούδι: «Τώρα, η Αγία Κυριακή, τραβηγμένη σε κάποια αμμουδιά, σαπίζει και μαζί της χάνεται και η ιστορία της». Ίδια ιστορία και µε το καΐκι Άγιος Γεώργιος, µε το οποίο φύγαμε εκείνο το βράδυ της 18ης Οκτωβρίου 1943. Το είδα ύστερα από κάμποσα χρόνια τραβηγμένο στην παραλία του χωριού µας, γερασμένο και αυτό από το χρόνο, να σαπίζει σε µια άκρη. Μαζί του πέθανε και ο καπετάνιος του Γιάννης Στούρνας, ένας θαλασσόλυκος από τους αφανείς ήρωες της Κατοχής. Ας είναι αιωνία του η μνήμη...
Ο απόπλους.
Η ώρα είχε προχωρήσει αρκετά. Κόντευε 11 το βράδυ της 18ης Οκτωβρίου 1943. Η προετοιμασία µας είχε τελειώσει. Είχαμε εφοδιαστεί µε τρόφιμα, καθώς και µε το απαραίτητο τσίπουρο. Σημειώνω εδώ ότι οι φυγάδες για την Τουρκία ήμαστε έξι: Ο υποπλοίαρχος Ηλίας Τσουκαλάς, ο υποκελευστής αρµενιστής [Αντώνης] Αντωνίου, ο υποκελευστής [Β΄] πυροβολητής [Τάσος] Τσίγκρος και οι ιδιώτες Νίκος Βαενάς, Γιώργης Κοντογιάννης και Θανάσης Σιαφάκας. Μαζί με τους τρεις του πληρώματος ήμαστε εννέα άτομα μέσα στο καΐκι. Κοντά µας βρέθηκε και ο «Ερρίκος». Κατέβηκε από το Βένετο να μας αποχαιρετήσει. Χαιρετήσαμε την κυρά Πάτρα και τον «Ερρίκο», μας ευχήθηκαν καλό ταξίδι και, με τον ασύρματο που διέθετε η αγγλική αποστολή, έστειλαν σήμα στην Αλεξάνδρεια για την αναχώρησή μας.
Έκαμα το σταυρό µου και μπήκα στο καΐκι. Η μηχανή πήρε µπρος και, μέσα στο πυκνό σκοτάδι, ξεκινήσαμε για το δύσκολο ταξίδι. «Πορεία νοτιά», άκουσα τον Τσουκαλά να λέει στον καπετάν Γιάννη. Ξαπλωμένος στην πλώρη του καϊκιού, κοιμήθηκα. Ξύπνησα κατά τις 4 το πρωί. Το καΐκι κουνούσε. Είχε αρκετή θαλασσοταραχή. Στην πρύμη του καϊκιού διέκρινα τον καπετάν Γιάννη να παρακολουθεί την πυξίδα.
Ξημερωθήκαμε στα Γιούρα, ένα νησάκι κοντά στη Σκόπελο. Εκεί είναι και το άλλο νησάκι, η Κυρά Παναγιά. Χωθήκαμε σε έναν κόρφο, αθέατοι από το πέλαγος. Έπρεπε να µη φαινόμαστε και, προπάντων, από τη γερμανική καταδίωξη, που τότε αλώνιζε στο Αιγαίο. Θα έπρεπε να περιμένουμε να νυχτώσει πριν συνεχίσουμε το ταξίδι µας για την Τουρκία.
Το νησάκι Γιούρα.
...Το νησί είχε αρκετή βλάστηση. Τελείως ακατοίκητο, έβοσκαν μόνα τους πρόβατα και γίδια. Κάθε εβδομάδα έρχονταν οι ιδιοκτήτες τους και τα έβλεπαν.
Αράξαμε το καΐκι και κανονίσαμε να φάμε κάτι για πρωινό. Στην κορυφή του νησιού υπήρχαν δύο καλύβες. Ανηφορίσαμε προς τα εκεί. Γύρω µας έβοσκαν πρόβατα. Μπήκαμε στην καλύβα και βρήκαμε ένα αφηµένο νοικοκυριό. Ολοκάθαρη, µε κρεβάτια στρωμένα και ρούχα ολοκάθαρα.
Βγήκαμε έξω και κάποιος έριξε την ιδέα να σφάξουμε ένα αρνί και να το ψήσουμε. Το είπαμε στον Τσουκαλά και δεν βρήκε άσχημη την ιδέα. Χρέη χασάπη ανέλαβε ο Τσίγκρος. Πιάσαμε ένα αρνί και µε ένα κοφτερό μαχαίρι το σφάξαμε.
Μαζέψαμε ξύλα και κλαδέψαμε ένα σκληρό ραβδί για σούβλα. Ανάψαμε τη φωτιά και σε λίγο τα κάρβουνα ήταν έτοιμα. Στο μεταξύ, είχε ετοιμαστεί και το αρνί στη σούβλα, που άρχισε να γυρίζει πάνω από τη φωτιά. Κοντά µας λικνιζόταν το καΐκι, κρυμμένο μέσα στον κόρφο.
Όσο να ψηθεί το αρνί πήγε απόγευμα. Δεν µας πείραζε που δεν είχαμε όλες τις ανέσεις. Βγάλαμε ορισμένα τρόφιμα που είχαμε από το Βένετο, καθώς και το τσίπουρο και φάγαμε πλουσιοπάροχα. Όταν τελειώσαμε, ανεβήκαμε στην καλύβα να πληρώσουμε το αρνί που είχαμε φάει, παρόλο που δεν ήταν κανείς εκεί να δεχθεί τα χρήματα. Αφήσαμε, σε μέρος που να φαίνονται, όσα χρήματα είχαμε, μιάς και δεν θα µας ήταν χρήσιμα στη Μέση Ανατολή.
Νύχτωσε και σε λίγο θα έπρεπε να φύγουμε. Η θάλασσα φαινόταν ήσυχη. Ο καπετάν Γιάννης κοίταζε στο νοτιά. Ήταν περασμένες 10 το βράδυ. Μπήκαμε μέσα και ξεκινήσαμε. Στο τιμόνι ήταν ο καπετάν Γιάννης και κοντά του, πάντα, ο Τσουκαλάς. Είχαμε κανονίσει βάρδιες στο τιμόνι.
Προχωρήσαμε αρκετά. Η θάλασσα, όσο προχωρούσαμε όλο και αγρίευε. Κρίθηκε ότι θάταν προτιμότερο να γυρίσουμε πίσω, πράγμα που τελικά έγινε. Κοιμηθήκαμε γεμάτοι αγωνία. Η κάθε καθυστέρηση ήταν θάνατος για εμάς.
Μείναμε δύο μέρες στα Γιούρα. Στις 21 Οκτωβρίου σταθήκαμε πιο τυχεροί. Το βράδυ, ο καιρός είχε αρχίσει να πέφτει. Ξεκινήσαμε. Στο τιμόνι ήταν ο Νίκος Βαενάς. Κάτι ήξερε από τιμόνι. Ξύπνησα, ξαφνικά, από τις φωνές του Τσουκαλά. Η πορεία που ακολουθούσαμε ήταν λάθος. Διόρθωσε την πορεία γιατί, όπως έλεγε, η πυξίδα είχε ένα μικρό ελάττωμα.
Ξημερωθήκαμε μακριά από τη Μυτιλήνη, ενώ Θα έπρεπε νάµαστε κοντά. Η αγωνία µας ήταν μεγάλη μήπως µας εντόπιζε καμιά γερμανική καταδίωξη. Η πορεία µας ήταν βόρεια της Μυτιλήνης και συγκεκριμένα προς το ακρωτήριο Κόρακας, που από εκεί είναι ο μεγάλος όρμος του Αϊβαλί. Η μηχανή µας δούλευε ωραία σαν κουρδισμένο ρολόι.
Στην Τουρκία.
Ήταν περίπου 2 το μεσημέρι όταν μπήκαμε στα τουρκικά νερά. Σηκώσαμε στο κατάρτι την τουρκική σημαία και προχωρήσαμε, ολοταχώς, στον κόρφο του Αϊβαλί. Βγήκαμε όλοι έξω εκτός από τον καπετάν Γιάννη και τα δύο παιδιά, τον Γιάννη και τον Ηρακλή, το πλήρωμα του καϊκιού. Η παραλία ήταν έρημη. Αφού τους χαιρετήσαμε, καθίσαμε σε µία άκρη. Η μηχανή του καϊκιού άρχισε και πάλι να δουλεύει και το καΐκι πήρε το δρόμο της επιστροφής.
Καθισμένοι εκεί στην παραλία και, παρακολουθώντας το καΐκι που απομακρυνόταν, βγάλαμε ό,τι υπόλοιπα τρόφιμα είχαμε και κάναμε ένα καλό κολατσιό. Βγάλαμε και το τσίπουρο και ευχηθήκαμε γρήγορα να τελειώσει αυτή η περιπέτειά µας. Γύρω µας επικρατούσε απόλυτη ησυχία, Αλλά σε λίγο είδαμε να έρχεται προς το μέρος µας κάποιος που φαινόταν να είναι ο αγροφύλακας της περιοχής. Ήρθε κοντά µας και µας μίλησε σε άπταιστα ελληνικά: «Πότε ήρθατε, βρε παιδιά και πώς και δεν είναι εδώ το καΐκι;».
Του είπαμε ότι είχαμε έρθει µε βάρκα από τη Μυτιλήνη και ότι την είχαμε βουλιάξει νωρίτερα. Έφυγε, τρέχοντας, ψάχνοντας την παραλία για τη βάρκα. Γύρισε σε λίγο άπρακτος και περίλυπος. Τον καλέσαμε να καθίσει και του προσφέραμε λίγο τσίπουρο. Το βρήκε εξαίσιο, ήπιε κάμποσα ποτηράκια και έμεινε ενθουσιασμένος από την ελληνική «φιλοξενία».
Πλησίαζε η ώρα που σε λίγο θα νύχτωνε. Ξεκινήσαμε, μπροστά ο αγροφύλακας και πίσω εμείς, τραβώντας προς το Αϊβαλί. Δεν ξέραμε πώς θα ξεμπλέκαμε. Στο δρόμο μας είπε ότι θα µας πήγαινε στην αστυνομία του Αϊβαλί.
Είχε σχεδόν νυχτώσει όταν μπήκαμε στο αστυνομικό τμήμα. Ο Τούρκος αστυνόμος μας ρώτησε πού πηγαίναμε. Είχαμε συνεννοηθεί να πούμε πως ήμαστε Κύπριοι και πηγαίναμε στην Κύπρο. Μας παρέδωσε στον αγροφύλακα ο οποίος µας οδήγησε πιο πέρα, σε ένα καφενείο, περιτοιχισμένο µε µία μεγάλη μάντρα.
Καθίσαμε εκεί ανήσυχοι. Ανησυχούσε και ο Τσουκαλάς, μήπως και δεν είχε πάρει η Αλεξάνδρεια το σήμα του «Ερρίκου». Ωστόσο, σε λίγο, ήρθαν κοντά µας τρία άτομα. Ήταν άνθρωποι της αγγλικής κατασκοπείας. Μας είπαν ότι µας περίμεναν δύο μέρες, αλλά εμείς είχαμε καθυστερήσει λόγω του καιρού.
Σε ένα μικρό δωματιάκι της µάντρας, φώναξαν τον Τσουκαλά. Πήγα κοντά και άκουσα τη συζήτηση. Τους έλεγε πώς βυθίστηκε ο Κατσώνης και πώς γλίτωσαν οι τρεις ναυαγοί. Κατάλαβα ότι ήμαστε σε δικούς µας ανθρώπους. Γύρισα κοντά στους άλλους και τους είπα τα ευχάριστα νέα. Σε λίγο ήρθε και ο Τσουκαλάς και µας ανακοίνωσε ότι θα φεύγαμε την επομένη το πρωί για τη Σμύρνη.
Πρωί-πρωί, µας ξύπνησε ο Τούρκος χωροφύλακας. Είχε μαζί του και ένα καλάθι µε διάφορα τρόφιμα. Η Σμύρνη απείχε περίπου επτά ώρες µε το λεωφορείο. Το ταξίδι µας ήταν ωραίο. Περάσαμε μέσα από απέραντους ελαιώνες. Το μέρος ήταν πολύ εύφορο, κυρίως για ελαιόδεντρα.
Φθάσαμε στη Σμύρνη λίγο μετά τις 2 το απόγευμα. Μας υποδέχθηκε ο Έλληνας πρόξενος Θεοτόκης. Μας καλωσόρισε και µας οδήγησε σε ένα ωραίο εστιατόριο, όπου φάγαμε ό,τι ήθελε ο καθένας. Τι διαφορά η Τουρκία από την πατρίδα µας! Πού τέτοια πολυτέλεια σε φαγητά. Οι Τούρκοι δεν είχαν πάρει είδηση ότι γινόταν πόλεμος και ότι λίγα μίλια πιο έξω, οι άνθρωποι πέθαιναν από την πείνα.
Ο πρόξενος µας οδήγησε, κατόπιν, σε ξενοδοχεία. Στο ένα μείναμε οι τρεις ιδιώτες (ο Νίκος Βαενάς, ο Γιώργος Κοντογιάννης και εγώ) και στο άλλο οι τρεις ναυαγοί του Κατσώνης. Μέχρι να φύγουμε για την Αλεξάνδρεια σιδηροδρομικώς - 1.800 χιλιόμετρα απόσταση-μπορούσαμε να κυκλοφορούμε ελεύθερα στην πόλη.
Ξαπλωμένος στο κρεβάτι µου, ούτε κατάλαβα πότε µε πήρε ο ύπνος, ύστερα από την ταλαιπωρία και την αγωνία των τελευταίων ημερών. Είδα στον ύπνο µου την μακαρίτισσα τη γιαγιά µου, την Αφέντω, την ώρα που έφευγα από το χωριό, να µου φωνάζει να µη φύγω. Έφερα στο νου µου τα παιδικά µου χρόνια που, ένα πρωινό, σε ηλικία 6 χρονών, µε πήρε από το χέρι και µε οδήγησε στο σχολείο του χωριού µας και εγώ, φοβισμένος λιγάκι, ακολουθούσα τη γιαγιά µου. Το σχολείο ήταν εξατάξιο Δημοτικό και εκεί έμαθα τα γράμματα... Ο άριστος δάσκαλος, ο συχωρεμένος Αριστείδης Παπαχατζόπουλος, πέθανε το 1935 σε ηλικία μόλις 55 ετών, από την επάρατη νόσο. Ας είναι αιωνία η μνήμη του... Ξύπνησα το πρωί από τις φωνές του χότζα. Απέναντι από το ξενοδοχείο μας ήταν ένα τζαμί.
Μείναμε στη Σμύρνη έξι μέρες. Είχε πολλές ταβέρνες µε ωραία φαγητά. Στα ξενοδοχεία είχε πολλούς Έλληνες. Δεν ήξεραν πώς να µας περιποιηθούν και δεν µας άφηναν να πληρώνουμε για ό,τι παίρναμε.
Τις λίγες αυτές μέρες στη Σμύρνη περάσαμε πολύ ωραία. Κάθε βράδυ, ξαπλωμένος στο κρεβάτι µου, αναλογιζόμουν την περιπέτεια αυτού του μήνα. Ανέπνεα, µε ανακούφιση, τον αέρα της ελευθερίας. Από το στρατόπεδο της Λάρισας, βρισκόμουν στη Σμύρνη!
Πλησίαζε το τέλος Οκτωβρίου τού 1943. Μας ειδοποίησε ο Άγγλος πρόξενος να περάσουμε από το προξενείο για να παραλάβουμε τα διαβατήριά µας και να φύγουμε για την Αλεξάνδρεια. Επιτέλους, θα πήγαινα να βρω το Στόλο µας. Να συναντήσω τους φίλους µου αξιωματικούς και ναύτες του Πολεμικού Ναυτικού µας, που συνέχιζαν τον αγώνα για την απελευθέρωση της πατρίδας μας.
Στο τέλος αυτού του τμήματος ο Σιαφάκας αναφέρει ότι ακολουθεί η αφήγηση του ταξιδιού από τη Σμύρνη στην Αλεξάνδρεια, η επανακατάταξή του στο Ναυτικό και το ταξίδι του στην Αγγλία ως πλήρωμα παραλαβής νέων πλοίων. Πρόκειται για τα αντιτορπιλικά Άστιγξ και Αιγαίον τα οποία δεν παραδόθηκαν στο Στόλο µας. Δυστυχώς αυτό το τμήμα της αφήγησης δεν βρέθηκε.
Η 13η Αποστολή στην Αγγλία.
Τα Χριστούγεννα του 1943 τα πέρασα στην Αγγλία. Η Αποστολή µας είχε φθάσει στο Τσάταμ πριν από πέντε μέρες. Περάσαμε την ημέρα των Χριστουγέννων πολύ ευχάριστα, παρέα µε τους Εγγλέζους ναύτες. Το µόνο σκοτεινό σημείο ήταν ότι βρισκόμαστε τόσο μακριά από την αγαπημένη µας πατρίδα.
Η υποδοχή που µας έκαναν οι Άγγλοι ήταν πολύ καλή. Μας υποδέχθηκε ο ίδιος ο ναύαρχος ναυτικός διοικητής του Τσάταμ. Το βράδυ βγήκαμε «εξόδου» στην πόλη και εκεί η υποδοχή ήταν πολύ ζεστή από τον κόσμο και, κυρίως, από τα κορίτσια που δούλευαν στα µπαρ. Δούλευαν πολύ καιρό στα μπαρ της περιοχής και γνώριζαν πολύ καλά τους Έλληνες των προηγούμενων Αποστολών που είχαν φθάσει στην Αγγλία για παραλαβή άλλων μονάδων του Στόλου µας.
Αλλά από τη συμπεριφορά µας κατάλαβαν ότι ήμαστε καινούργιοι και µας υποδέχθηκαν µε χαρά. Διάβαζαν στα καπέλα µας τα ελληνικά γράμματα και δεν έκρυβαν το θαυμασμό τους για τους «Greeks». Η φήμη µας από το αλβανικό μέτωπο και τη συμμετοχή του Ναυτικού µας στις διάφορες επιχειρήσεις ήταν γνωστή σε όλους. Αργά το βράδυ, γυρίσαμε ευχαριστημένοι στο μεγάλο ναύσταθμο του Τσάταμ.
Την άλλη μέρα, πήγαμε στο καράβι που επρόκειτο να παραλάβουμε. Εκεί δούλευαν πολλές κοπέλες σε διάφορες βοηθητικές υπηρεσίες, ακόμη και σαν βοηθοί τεχνιτών ή πληρώματα σε λάντσες, εκτός, φυσικά, από τα γραφεία ή τους χώρους φαγητού των πληρωμάτων. Η επιστράτευση των Αγγλίδων ήταν σχεδόν υποχρεωτική και προσέφεραν τεράστιες υπηρεσίες, αν λογαριάσει κανείς τα τόσα χέρια ανδρών που ελευθέρωναν για να ασχοληθούν σε μάχιμες υπηρεσίες. Ακόμη και στις πόλεις οι γυναίκες είχαν αναλάβει πολλές δουλειές, στις οποίες πριν από τον πόλεμο απασχολούνταν άνδρες.
Έξω στην πόλη του Τσάταμ κάναμε συχνά παρέα µε Αγγλίδες ναυτίνες, πότε σε κανένα μπαρ για καμία μπύρα, πότε στα διάφορα χορευτικά κλαμπ για λίγο χορό. Σε µία τέτοια έξοδο γνώρισα µία κοπέλα που πριν δούλευε στο καράβι το οποίο θα παραλαμβάναμε εμείς. Σχεδόν κάθε βράδυ συναντιόμαστε. Έμενε σε ένα κοντινό χωριό, το Gillingham, περίπου ένα τέταρτο δρόμο από το Τσάταμ.
Αρχές Ιανουαρίου του 1944, πήραμε µε τον φίλο µου Νίκο Βαενά, για πρώτη φορά, τριήμερη άδεια για το Λονδίνο. Μέσα στο τραίνο που µας μετέφερε στο Λονδίνο, η χαρά µας, αλλά και η αδημονία ήταν μεγάλη που θα πηγαίναμε στην πρωτεύουσα της Αγγλίας. Σε µία ώρα ακριβώς, αντικρύσαμε το ομιχλώδες Λονδίνο, σκεπασμένο µε τα αερόστατα για την προστασία του από τα «στούκας».
Από τις σκέψεις µου µε έβγαλε ο φίλος µου ο Νίκος. Πού να το φανταστώ ότι μέσα σε δύο μήνες, από τις 18 Οκτωβρίου 1943, στις 3 Ιανουαρίου 1944, θα είχα διανύσει τόσες χιλιάδες μίλια και ότι από το Βένετο του Πηλίου, µέσω Τουρκίας, Συρίας, Βηρυτού, Αλεξάνδρειας, Πορτ Σάιντ, Ιταλίας, Γιβραλτάρ και Λίβερπουλ, θα βρισκόμουν στην Αγγλική πρωτεύουσα.
Βγήκαμε στο σταθμό Βικτώρια και τραβήξαμε, μαζί µε άλλους ναύτες που ήξεραν τα κατατόπια, για το «Σπίτι του Ναύτη», Ήταν ένα κτίριο κοντά στο σταθμό Πάντινγκτον και την ελληνική εκκλησία. Στη διαδρομή βλέπαμε τις μεγάλες καταστροφές που είχαν προκαλέσει στο Λονδίνο οι αεροπορικές επιδρομές των γερμανικών βομβαρδιστικών.
Στο δρόμο προς το Πάντινγκτον είχε μεγάλη κίνηση. Συναντούσαμε ομάδες Αμερικανών στρατιωτών, που είχαν αρχίσει να συγκεντρώνονται στην Αγγλία για την προετοιμασία της απόβασης στη Βόρεια Ευρώπη. Μερικοί μιλούσαν για περίπου 800.000 χιλιάδες Αμερικανούς στρατιώτες!
Το βράδυ έγινε δεξίωση προς τιμήν της Αποστολής µας στην Ελληνική πρεσβεία. Ήταν εκεί ο βασιλιάς Γεώργιος και ο [ναυτικός ακόλουθος] πλοίαρχος Ι. Βλαχόπουλος, καθώς και πολλοί Άγγλοι ανώτεροι αξιωματικοί. Φυσικά, δεν έλειπαν και οι κοπέλες του Βρετανικού Ναυτικού. Η πιο μεγάλη µου έκπληξη, όμως, ήταν όταν συνάντησα εκεί µία κοπέλα από ένα χωριό κοντά στο δικό μου στο Πήλιο. Ήταν συγγενής του φίλου µου Νίκου. Έτριβα τα µάτια µου από την έκπληξη. Είχε έρθει στο Λονδίνο πριν κηρυχθεί ο πόλεμος και, φυσικά, της ήταν αδύνατο να γυρίσει στην Ελλάδα, οπότε έμεινε εκεί. Μας κάλεσε και την άλλη μέρα πήγαμε στο σπίτι της, που ήταν κάπου εκεί κοντά.
Το Σαββατοκύριακο πέρασε πολύ ωραία στο Λονδίνο. Γυρίζαμε άσκοπα στους δρόμους και βλέπαμε τις καταστροφές από τα γερμανικά «στούκας». Η ομίχλη και το ψιλόβροχο ήταν το κάτι άλλο. Πού η ηλιόλουστη Ελλάδα μας. Παρέλειψα να αναφέρω ότι όλοι µας, απαραίτητα, κρατούσαμε στον ώμο µας σακίδιο µε αντιασφυξιογόνο μάσκα. Ο φόβος για επιδρομή µε δηλητηριώδη αέρια ήταν πάντα πολύ μεγάλος.
Τη Δευτέρα το πρωί έληξε η περιοδεία µας στο Λονδίνο και επιστρέψαμε στο Τσάταμ και πίσω στη δουλειά για την παραλαβή του καραβιού μας.
Έφθασε το τέλος Ιανουαρίου. Κάθε μέρα παρακολουθούσαμε τις εργασίες στο καράβι, οι οποίες προχωρούσαν µε αργό, αλλά σταθερό, ρυθμό.
Κάθε μέρα, γύρω στις 8 το πρωί, µας ξεκούφαινε ο βόμβος από τα σμήνη των βομβαρδιστικών που περνούσαν από πάνω µας µε κατεύθυνση τα ανατολικά, συνοδευόμενα από καταδιωκτικά, για προστασία. Ήταν αμερικανικά και αγγλικά αεροπλάνα που ξεκινούσαν για να ανταποδώσουν στους Γερμανούς την ίδια γεύση που είχαν δοκιμάσει οι Άγγλοι από τους βομβαρδισμούς των πόλεών τους. Τώρα είχε σειρά το Βερολίνο, το Αμβούργο, το Κίελο κ.ά. Η αντίστροφη μέτρηση είχε αρχίσει προ πολλού. Πολλοί από εμάς μετρούσαμε τα σμήνη καθώς περνούσαν από πάνω µας. Πολύ σύντομα, όμως, χάναμε το λογαριασμό. Όσο να μετρήσουμε από τη µία μεριά, έρχονταν άλλα από την άλλη...
Στα μέσα Μαρτίου του 1944 ο φίλος µου ο Νίκος Βαενάς πήρε μετάθεση για την κορβέτα Κριεζής. Μου έστειλε γράμμα σε δύο μέρες από κάπου κοντά στο Λίβερπουλ. Είχε κυβερνήτη τον τότε πλωτάρχη Δημήτριο Κιοσσέ. Ήταν ένας πολύ ωραίος αξιωματικός και πολύ καλός άνθρωπος. Τον γνώριζα από παλιά όταν υπηρετούσα στο αντιτορπιλικό Σφενδόνη, όπου τον είχα κυβερνήτη και πολύ συχνά αγηµατάρχη. Φημιζόταν ότι είχε το πιο ωραίο πρόσταγμα στο Ναυτικό μας.
Η κορβέτα "Κριεζής" ... Τέλος Μαΐου 1944. Στο Λονδίνο κατέβαινα σχεδόν κάθε Σαββατοκύριακο. Η πόλη ήταν γεμάτη Αμερικανούς στρατιώτες και αεροπόρους. Η ατμόσφαιρα ήταν πολύ ηλεκτρισμένη. Ήταν φανερό ότι, παρά τη μεγάλη μυστικότητα που ετηρείτο, η μεγάλη μέρα της απόβασης στη Βόρεια Ευρώπη πλησίαζε. Όλα έδειχναν ότι θα ήταν η μεγαλύτερη αμφίβια επιχείρηση στην ιστορία του πολέμου...
Κι εδώ ο Σιαφάκας αναφέρει ότι ακολουθεί η αφήγηση της μη παραλαβής των αντιτορπιλικών "Αιγαίον" (του οποίου ήταν πλήρωμα) και "Άστιγξ" και, κατόπιν τούτου επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια. Το τμήμα αυτό της αφήγησής του επίσης δεν βρέθηκε...
Πιο κάτω παραθέτουμε μερικούς σύνδεσμους στον αναγνώστη οι οποίοι παρουσιάζουν την δράση της κορβέτας "Κριεζής ΙΙ" στο πλήρωμα της οποίας, από τον Μάρτιο του 1944, εντάχθηκε, όπως είδαμε στην αφήγηση, ο Νίκος Βαενάς (Παπαϊωάννου).
https://perialos.blogspot.com/2012/06/blog-post_04.html
https://www.ert.gr/ert-arxeio/apovasi-sti-normandia-6-ioynioy-1944/
https://www.neakriti.gr/apopseis/2059221_i-elliniki-symboli-stin-apobasi-tis-normandias
Θα κλείσουμε την ανάρτηση με δυο λόγια για την ζωή του Νίκου Βαενά: Μετά την θητεία του στο Πολεμικό Ναυτικό εργάσθηκε (όπως και ο αδελφός του Ηρακλής) στο εμπορικό ναυτικό, στα πλοία της εταιρείας ΕΛΜΕΣ (Ελληνικές Μεσογειακές Γραμμές). Στην εταιρεία αυτή δούλεψε για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του και ο ποιητής Νίκος Καββαδίας με τον οποίο υπήρξαν φίλοι. Παντρεύτηκε αλλά χώρισε σύντομα. Μετά την συνταξιοδότησή του έμενε μόνιμα στο Χορευτό μαζί με την οικογένεια του αδερφού του και με τις αδερφές του Φώτω και Μαρίκα ασχολούμενος με την αλιεία. Πέθανε τον Ιούνιο του 1986.





