Στον ογκώδη τόμο της έκτακτης έκδοσης "ΘΕΣΣΑΛΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ" (έκδοση επ΄ ευκαιρία της της ογδοηκονταετηρίδος 1881-1961, από της απελευθερώσεως της Θεσσαλίας) βρίσκεται δημοσιευμένο ένα διήγημα της Καλλιόπης Πάντου με τίτλο "Ο Αμερικάνος". Το θέμα του είναι παρμένο από την ζωή σ΄ ένα Πηλιορείτικο χωριό στις αρχές του περασμένου αιώνα...
Η Καλλιόπη Πάντου, όπως είδαμε σε προηγούμενη ανάρτηση, γεννήθηκε στο Ροστώβ της Ρωσίας και η οικογένειά της ήλθε στην Ελλάδα το 1905 επιλέγοντας τον Βόλο για μόνιμη εγκατάσταση. Στα 1919 παντρεύτηκε τον Ζαγοριανό δημοσιογράφο Κων/νο Πάντο, και από το 1922 αρθρογραφούσε σε διάφορες εφημερίδες και περιοδικά. Διατηρούσε σπίτι στην Ζαγορά, στην συνοικία της Περαχώρας, όπου και έμενε για αρκετά χρονικά διαστήματα.
Αφού δούμε πρώτα το διήγημα, θα αναφερθούμε παρεμπιπτόντως και σε ένα ενδιαφέρον δημοσίευμα της τοπικής εφημερίδας "Θεσσαλία" στο οποίο γίνεται μνεία για την ατομική της βιβλιοθήκη η οποία βρίσκονταν στο προαναφερθέν σπίτι της στην Περαχώρα.![]() |
| ΘΕΣΣΑΛΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ: Ἔκτακτος Ἔκδοσις ἐπ' ευκαιρίᾳ τῆς ὀγδοηκονταετηρίδος 1881-1961, ἀπό τῆς ἀπελευθερώσεως τῆς Θεσσαλίας |

Στὴ μικρὴ πλατεία τοῦ χωριοῦ κάτω ἀπ᾽ τὸ αἰωνόβιο μεγάλο πλατάνι οἱ χωριάτες εἶχαν καθίσει στὰ καφενεῖα τῆς πλατείας νὰ δροσιστοῦν καὶ νὰ ξεκουραστοῦν ἀπ᾽ τὴ βαρειὰ δουλειὰ τῆς ἡμέρας.Ζεστός ἀνοιξιάτικος καιρός. Μοσχοβολοῦσαν τὰ ὁλόασπρα λουλούδια τῆς μεγάλης φλαμουριᾶς τῆς πλατείας.Σὰν πολυέλαιος ἄνθιζε ἡ καμαρωτὴ πικροκαστανιά. Στὴ βρύση ποὺ ἔτρεχε ἀδιάκοπα μὲ μεγάλο βουητὸ οἱ κοπέλλες γέμιζαν τὶς στάμνες μὲ κουβέντες, γέλοια καὶ κέφι. Καὶ γι᾿ αὐτὲς ἦταν μιὰ ξεκούραση ἀπ᾽ τῆς ἡμέρας τοὺς κόπους τὸ βραδινὸ νεροκουβάλημα ἀπ᾽ τὴ βρύση.Ἔξω ἀπό ἕνα καφενεῖο καθότανε ὁ μπάρμπα Στάμος. Ὡραῖος Πηλιορείτης γέρος, ροδοκόκκινος μὲ κάτασπρα μαλλιά. Φοροῦσε τὴν κατάμαυρη πηλιορείτικη βράκα, μὲ τὸ γιακαλὶ κεντημένο μὲ γαϊτάνια. Τὸ μαῦρο καλπάκι ἀπὸ ἀστρακὰ εἴταν βαλμένο λεβέντικα στὸ ἄσπρο του κεφάλι καὶ παρακολουθοῦσε τὴν βραδυνὴ κίνηση τῆς πλατείας ἀκουμπισμένος στὴν ἀγκλίτσα του.Πλούσιος νοικοκύρης ὁ μπάρμπα Στάμος, μὲ κτήματα, μὲ ἑλιὲς μὲ ἀμπέλια καὶ μὲ μεγάλο λιοτριβειό, ποὺ οἱ Πηλιορεῖτες τὸ λένε γαλιάγρα. Ἄνθρωπος μετρημένος, τίμιος, ἐργατικός, δίκαιος. Ὅλοι τὸν ἀγαποῦσαν καὶ τὸν σέβονταν στὸ χωριό. Ὅλοι ζητοῦσαν τὴ συμβουλή του καὶ τὴ γνώμη του.Ὁ μπάρμπα Στάμος ὅμως, ὅσο τυχερὸς ἦταν στὶς δουλειές του τόσο ἄτυχος εἶχε σταθῆ στὴ φαμίλια του. Εἴχε μιὰ μοναχοκόρη ποὺ τὴν πάντρεψε μ᾽ ἕνα καλὸ κι᾿ ἐργατικὸ νέο. Μὰ τὸν γαμπρό του τὸν φάγανε οἱ Γερμανοί, «τὰ σκυλιὰ» σὲ μιὰ ἐπιδρομή, ποὺ κάνανε στὸ χωριό. Ἡ κόρη του, νέα κοπέλλα πέθανε κι αὐτὴ σὲ λίγο ἀπ᾿ τὸ καϋμό της γιὰ τὸν ἄνδρα της καὶ τοῦ ἄφησε ἕνα μικρὸ κοριτσάκι ὀρφανό, τὴν μικρὴ του ἐγγονούλα, τὸ Φροσυνάκι του, ποὺ ὁ μπάρμπα Στάμος τὸ λάτρευε. Αὐτὸς καὶ ἡ γριά του ἡ θειὰ Στάμαινα εἶχαν τρελὴ ἀγάπη γιὰ τὸ Φροσυνάκι. Τὸ ἀναστήσανε ἀπὸ μωρὸ οἱ δυό τους. Τὸ κοριτσάκι εἶχε μεγαλώσει πιὰ καὶ ἦταν τώρα εἰκοσάχρονη κοπελλίτσα. Ξανθή, λυγερή, γαλανομάτα, ἦταν τὸ ὀμορφότερο κορίτσι τοῦ χωριοῦ καὶ ἡ πλουσιώτερη νύφη. Καὶ νάτην, ποὺ πρόβαλε κι᾽ αὐτὴ μὲ τὸ σταμνάκι της νὰ πάρη νερό.Ὁ μπάρμπα Στάμος χαμογέλασε, ὅταν τὴν εἶδε. Ἔλαμψε ἡ ροδοκόκκινη ὄψη τοῦ καὶ σἠκωσε ψηλὰ τὸ καλπάκι τοῦ μὲ περήφανη κίνηση. ᾿Εκείνη ἡ ὄμορφη λυγερὴ κοπελλίτσα μὲ τὸ ρὸζ φουστανάκι καὶ τὰ μαῦρα γοβάκια εἴταν δική του: Τὸ παιδὶ τῆς καρδιᾶς του, ἡ χαρὰ τῶν γηρατειῶν του.-- Φροσυνάκι, φώναξε τὴν ἐγγονὴ του ὁ μπάρμπα Στάμος, γιατὶ τὸ καφενεῖο ποὺ καθότανε ἤτανε κοντά, στὴ βρύση.-- Γιά ἔλα δῶ Φροσυνάκι, εἶπε ὁ γέρος. Τὸ κορίτσι πῆγε κοντὰ στὸν παπποῦ του ντροπαλά.-- Παιδί, φώναξε ὁ γέρος, γιά φέρε ἕνα λουκούμι νά κεράσωμε τὸ Φροσυνάκι. Κάτσε εἶπε ὁ γέρος. Ἤθελε νὰ ἰδοῦνε ὅλοι, νὰ καμαρώσουνε, τὸ Φροσυνάκι του.Τὸ κορίτσι ἀκούμπησε κατάχαμα τὸ γεμάτο σταμνάκι, κάθησε καὶ πῆρε τὸ λουκούμι ντροπαλά.-- Στὴν ὑγειά σου, παπποῦ, εἶπε πίνοντας τὸ κρύο νερό.-- Στὶς χαρές σου, Φροσυνάκι μου, εἶπε γελαστὰ ὁ παπποῦς.Ξάφνου στὴν ἥσυχη πλατεία ἕγινε κάποια ἀναταραχή: Κάτι μουλάρια φάνηκαν ν᾽ ἀνεβαίνουν τὸ καλντιρίμι φορτωμένα ὡραῖες βαλίτσες καὶ ὡραῖα ξενικὰ μπαοῦλα. Κάποιος κουβαλοῦσε προσεκτικά ἕνα μεγάλο χαρτοκιβώτιο καὶ δυὸ ἄλλοι τὸν βοηθοῦσαν.-- Τί νᾶναι, εἶπε ἕνας χωριανός.-- Ἔ! τίποτε ξένοι θἄρθανε γιὰ ξεκαλοκαιριό. Θὰ ἤρθανε μὲ τὸ βραδυνὸ λεωφορεῖο καὶ τώρα κουβαλοῦνε τὶς βαλίτσες τους. Ποῦ νὰ νοικιάσανε ἀραγε; εἶπε ὁ μπάρμπα Στάμος.Μὰ ξαφνικὰ πίσω ἀπ᾽ τὰ μουλάρια ξεπρόβαλε ἕνας ψηλὸς καλοντυμένος ξένος ἄντρας καμμιὰ τριανταριὰ χρονῶν. Ἦταν καλοκαμωμένος καὶ λεβέντης. Εἶχε ὅλα τὰ γνωρίσματα τοῦ... Ἀμερικάνου!... Ἀμερικάνους λένε στὰ χωριὰ τοὺς ξενητεμένους στὴν Ἀμερική. Φανταχτερὰ ροῦχα, γραβάτα μὲ γοργόνες, πουκάμισο ζωηρόχρωμο, ρολόγια καὶ δαχτυλίδια χρυσὰ καὶ ψάθινο παναμᾶ μὲ πολύχρωμη κορδέλλα. Οἱ χωριανοὶ ξαφνιάστηκαν. Καὶ ξαφνικὰ ἀκούστηκε ἡ φωνὴ τοῦ ξένου νὰ λέει ἐπιτακτικὰ σ᾽ ἐκείνους ποὺ κουβαλοῦσαν τὸ χαρτοκιβώτιο:-- Εἶπα... σιγκά... σιγκά... τὸ ράδιο-πικ-άπ. Ἡ προφορὰ ἔδειχνε ξενική.-- Στὸ σπίτι θὰ τραβήξουμε, ἀφεντικό; εἶπε ὁ πρῶτος ἀγωγιάτης μὲ τὰ μπαοῦλα.-- Ναί... στὸ σπίτι.Οἱ χωριανοὶ κυττάζανε ὅλο περιέργεια.-- Ποιός νᾶναι αὐτὸς λέγανε ὅλοι.Ξαφνικὰ ἕνας ἄντρας φώναξε:-- Βρέ, εἶναι ὁ Νικολός. Ὁ Νικολὸς τοῦ Ζήση. Αὐτὸς ποὖχε φύγει πρὶν δεκαπέντε χρόνια γιὰ τὴν Ἀμερική. Καὶ πρῶτος αὐτός, ποὺ τὸν γνώρισε ἔτρεξε κοντά του.-- Καλῶς ὥρισες, Νικολό. Καλῶς ὥρισες. Πῶς ἦταν αὐτὸ καὶ μᾶς θυμήθηκες;-- Ἔ, εἶπε ὁ Νικολός... Πατρίδα εἶναι καὶ δὲν ξεχνιέται. Ἤθελα νὰ δῶ τὴ μάνα μου. Τό... ἀδελφή μου... Τὰ εἶπε ὅλα τάχα μὲ δυσκολία, ἀμερικανοφέρνοντας καὶ κάπου - κάπου ἔβαζε κι᾽ ἕνα... γιές!..-- Βρὲ τὸ Νικολό, εἶπε ὁ πρῶτος καὶ τὸν χτύπησε στὴν πλάτη. Ἀγνώριστος ἔγινες.-- Θυμᾶσαι, βρὲ Νικολό, ποὺ πηγαίναμε γιὰ μανιτάρια καὶ γιὰ κοτσίφια;...-- Ὥου... γιές... εἶπε ὁ Νικολός, τάχα δὲν θυμότανε καλὰ - καλά.-- Θὰ μείνης τώρα ἐδῶ; τὸν ρώτησε.-- Ἔ,,, θὰ μείνω λίγκο... Θὰ πάρω κορίτσι ἀπὸ δῶ γιὰ τὸ Ἀμέρικα. Θέλω νὰ παντρευτῶ.-- Μπράβο, βρὲ Νικολό, εἶπαν οἱ χωριανοί! «Παπούτσι ἀπὸ τὸν τόπο σου». Ἀναστατώθηκε τὸ χωριό, ἀναστατώθηκαν οἱ κοπέλλες μὲ τὸν γαμπρὸ τὸν Ἀμερικάνο. Ἡ φαντασία συνέπαιρνε τὰ νεανικά, κοριτσίστικα μυαλά. Τὰ μπαοῦλα λέει ἦταν γεμάτα μεταξωτὰ καὶ νάϊλον καὶ χρυσαφικά, δῶρα γιὰ τὴν εὐτυχισμένη νύφη, ποὺ θὰ διάλεγε ὁ Νικολός.Τὴν Κυριακὴ στὴν ἐκκλησιὰ βαζοκόπησε ὅλο τὸ χωριό. Μεταξωτὸ φουστανάκι ἡ μάνα του ἡ γριὰ Παρασκευὴ ἡ φτωχὴ ὑφάντρα. Βελουδένια ζακέττα. Μεταξωτὰ οἱ ἀδελφές του, δῶρα καὶ χρυσαφικά.Ἀντιλαλοῦσε τὸ ράδιο-πὶκ-ἀπ στὸ φτωχικὸ σπιτάκι τῆς Παρασκευῆς κι᾽ ἀντιλαλοῦσε ὁ θρῦλος γιὰ τὰ πλούτη τοῦ Νικολοῦ.-- Εἶδες; λέγανε. Φτωχόπαιδο ἦταν, ἀγράμματο, κουτσοδούλευε παραγυιὸς ἐδῶ κι᾽ ἐκεῖ καὶ ψωμοτάραζε κι᾽ αὐτὸς κι᾽ ἡ φαμελιά του.-- Ἔδωσε τῶν ἐμματιῶν του καὶ ξενητεύτηκε καὶ γύρισε ἄνθρωπος κι᾽ ἀνάστησε καὶ τὸ σπίτι του.Κι' ὁ Νικολὸς κάθε βράδυ στὴν πλατεία κερνοῦσε ὅλους καὶ ἔλεγε λόγια, ποὺ οἱ ἄλλοι τ᾽ ἀκούανε μὲ σεβασμό. Πότε παζάρευε ἕνα μεγάλο οἰκόπεδο τῆς πλατείας. Ἢθελε νὰ κτίση, λέει μεγάλο ξενοδοχεῖο στὸ χωριό, νἄρχῶνται ξένοι ν᾿ ἀνασάνη τὸ χωριό. Πότε παζάρευε ἕνα μεγάλο κτῆμα μὲ τρεῖς χιλιάδες ἐλιές. Θὰ ἔφερνε λέει μηχανὲς ἀπ᾽ τὸ Ἀμέρικα νὰ κάνει γαλιάγρα μηχανική, νά στίβεται τὸ λάδι ὅλο. Θ᾽ ἀγόραζε λέει κι' ὅλα τὰ δάση γιὰ τὴν ξυλεία νὰ κάνη ἐργοστάσιο ἐπὶ τόπου νὰ κάνουν φθηνὰ ἔπιπλα, νὰ πουλιοῦνται σ᾽ ὅλην τὴν Ἑλλάδα.-- Τὸ φάμπρικα, ἔλεγε, ἔπρεπε νὰ εἶναι κοντὰ στὴν παραγωγὴ γιὰ νάναι φθηνὸ τὸ κόστος.-- Ἐμεῖς στὸ Ἀμέρικα, κι᾽ ἐμεῖς στὸ Ἀμέρικα, ἔλεγε ὅλην τὴν ὥρα.Ποτὲ ὅμως δὲν εἶπε τί δουλειὰ ἔκανε στό... Ἀμέρικα. Κάποιος τὸν ρώτησε:-- Τί δουλειὰ ἕκανες, Νικολό, στὴν Ἀμερική;Κάτι μάσησε. Κάτι γιὰ φάμπρικες, γιὰ μπίζνες, εἶπε κάτι Ἀμερικάνικες κουβέντες κι᾽ εἶπε ὅτι... στὸ Ἀμέρικα τὸν λέγανε «Νίκολ» καὶ δὲν μποροῦσε νὰ συνηθίση τὸ Νικολό. Κι’ ἔτσι ἄρχισαν καὶ στὸ χωριὸ νὰ τὸν φωνάζουν Νίκολ.Οἱ προξενειὲς πήγαιναν κι᾽ ἔρχονταν. Ὅλες οἱ προξενῆτρες τῶν χωριοῦ τρέχανε καὶ τοῦ φέρνανε νύφες.Μ᾿ αὐτὸς μὲ εὐγενικὸ τρόπο ἔλεγε πὼς δὲν ἀποφάσισε ἀκόμη. Εἶχε καιρὸ νὰ καθήση λίγο νὰ χαρῆ τὴ μάνα του. Ὅλοι ὅμως ἔβλεπαν πὼς ἄρχισε νὰ καλοκυττάζη τὸ Φροσυνάκι.--Ἔ, μὲ τὸ δίκιο του, εἶπαν ὅλοι. Καλὸ παλληκάρι, πλούσιο. Ὄμορφη κοπέλλα, πλούσια, καλή, ταιριασμένοι εἶναι. Νὰ δοῦμε τί θὰ πῆ κι' ὁ μπάρμπα Στάμος, ἔλεγαν οἱ φρονιμώτεροι. Τὸ δίνει τὸ κορίτσι στὴν ᾿Αμερική; Καὶ τὸ βιός του τί θὰ γίνη;Ὁ Νίκος ὅμως ὅλο καὶ πιὸ πολὺ γλυκοκύτταζε τὸ Φροσυνάκι. Στὸ πανηγύρι, ὅταν χόρεψε τὸ Φροσυνάκι πρῶτο στὸ χωριὸ ὁ «Νίκολ» σηκώθηκε καὶ πέταξε δυὸ χρυσᾶ νομίσματα στοὺς βιολιτζῆδες. Εἶπαν πὼς εἴταν δέκα δολλάρια. «Πολλοὶ παράδες... Πολλοί...» λέγανε οἱ χωριάτες θαμπωμένοι.Ὁ μπάρμπα Στάμος τἄβλεπε καὶ δὲν μιλοῦσε. Κάτι μέσα στὴ ψυχὴ τοῦ γέρο - Πηλιορείτη τοῦ μετρημένου καὶ σοφοῦ δὲν τοῦ ἄρεζε. Δυσπιστοῦσε πάντα σ᾽ αὐτὰ τὰ ξενοφερμένα ξαφνικὰ πλούτη. Μιὰ σιγουριὰ ἔνοιωθε ὁ γέρος. Τὴ γῆ καὶ τὰ ντουβάρια...«Ἔ... ἂν ἀγοράση τὶς ελιές... τὶς τρεῖς χιλιάδες. Ἂν κτίσῃ τὸ ξενοδοχεῖο... ἔ!... Αὐτὰ τά χρυσάφια καὶ τὰ μεταξωτὰ δὲν τὰ χαίρουμαι. Εἶδαν τὰ μάτια μου ἐμένα!» ἔλεγε ὁ μπάρμπα Στάμος.«Γυρίζαν τὰ παλιὰ χρόνια οἱ δικοί μας ἀπ᾽ τὰ ξένα μὲ τὴ λίρα στὰ βουβαλοπέτσια. Πῶς κτίσθηκαν τὰ χωριά μας; Πῶς κτίσθηκε ὁ Βόλος; Χτήματα καὶ χτίρια γίνονταν οἱ λίρες. Γαλιάγρες, σκολειά, σπίτια καὶ πρόκοψε ὁ τόπος καὶ ζοῦσαν οἱ ἄνθρωποι».
Κι' ὕστερα τί τὰ θές, δὲν ἤθελε γιὰ γαμπρὸ τὸ φτωχοπαίδι τοῦ παλιοῦ παραγυιοῦ του. ᾿Ακόμα βαστοῦσε στὸ Πήλιο τὴν παράδοση τοῦ σογιοῦ. Δὲν μιλᾶνε γιὰ πλούτη καὶ γιὰ φτώχεια στὸ Πήλιο. Μιλᾶνε γιὰ «σόϊ».-- Τί τὸν θέλεις τὸν «ξεσόγιαστο» ὅσο κι᾽ ἂν εἶναι πλούσιος ἔλεγε ὁ γέρο Στάμος. Χάνεις καὶ τὸ σόϊ σου ἅμα συμπεθερέψης μὲ «ξεσόγιαστο». Κάνεις καὶ ξεσόγιαστα ἀγγόνια.-- Καὶ τί εἶναι τὸ σόϊ, μαθὲς στὸν καιρό μας, μπάρμπα Στάμο;, τοῦ λέγανε οἱ χωριανοί. Ἔχεις λεφτά; ἔχεις καὶ σόϊ καὶ ὅλα.-- Σόϊ, παιδιά μου, εἶναι ἡ ἀνθρωπιά. Ἅμα δὲν τὴν ἔχεις ὅλα τὰ λεφτὰ τοῦ κόσμου ἄνθρωπο δὲν σὲ κάνουν, ἔλεγε ὁ σοφὸς γέρος.Μὰ ὁ μπάρμπα Στάμος λογάριαζε χωρὶς τὸν ξενοδόχο. Κι᾽ ὁ ξενοδόχος ἦταν ἡ ἀγάπη, ποὺ μπῆκε στὴν ψυχὴ τῆς Φροσυνούλας καὶ τὴν ἄρπαξε σὰ σίφουνας. Τὸ χωριὸ ἄρχισε νὰ κουτσομπολεύη. Βλέπανε λέει τὸ βραδάκι τὸ Φροσυνάκι νὰ κρυφοκουβεντιάζη μὲ τὸ Νικολὸ στὸ κτῆμα, ποὺ πήγαινε στὸ κορίτσι νὰ μαζέψη κανένα φροῦτο καὶ λαχανικὰ γιὰ τὸ σπίτι. Ὅταν ὁ Νικολὸς ζήτησε τὸ χέρι της ἀπ᾽ τὸν μπάρμπα Στάμο τὸ Φροσυνάκι εἶπε: «Ἢ αὐτόν, ἢ κανένα. Τὸν ἀγαπῶ».Ὁ μπάρμπα Στάμος ἔσκυψε τὸ κεφάλι πονεμένα. Δὲν τοῦ ἄρεσε αὐτὸς ὁ γάμος. Δὲν τοῦ γέμιζαν τὸ μάτι αὐτὲς οἱ «κομποφανεῖες» ὅπως ἔλεγε τὰ μεταξωτὰ, τὰ χρυσαφικὰ καὶ τὰ κοστούμια. Πρὶν νὰ δώση λόγο ρώτησε τὸν Νικολό:-- Καὶ γιὰ τὸ ξενοδοχεῖο τί θὰ κάνης; Τὰ λεφτά σου μὴν τά χαλᾶς. Ἀγόρασε χτῆμα, κάν᾽ τα ξενοδοχεῖο νὰ τὸ νοικιάζης. Βάλτα στὴ γῆ. Βάλτα σὲ ντουβάρι.-- Πατέρα, εἶπε ταπεινὰ ὁ Νικολὸς καὶ φίλησε τὸ χέρι τοῦ μπάρμπα Στάμου. Τὸ Φροσυνάκι θὰ ζήση βασίλισσα. Γιὰ χατίρι σου, θὰ μείνω ἐδῶ. Μετὰ τὸ γάμο θὰ πᾶμε στὴν Ἀθήνα. Ἐκεῖ θὰ βρῶ καὶ θὰ φέρω μηχανικὸ γιὰ τὸ ξενοδοχεῖο. Θ᾽ ἀγοράσω καὶ τὶς ἐλιές. Μὴ φοβᾶσαι, παπποῦ.-- Τὴν εὐχή μου νἄχετε, εἶπε ὁ γέρος.
Κι᾿ ἔτσι ὁ Νικολὸς τοῦ Ζήση, παντρεύτηκε τὸ Φροσυνάκι τοῦ μπάρμπα Στάμου. Πέρασε ἕνας μήνας καὶ ξαναγύρισε τὸ ζευγάρι. Χαρὲς καὶ ξεφαντώματα πάλι στ᾿ ἀρχοντικὸ τοῦ μπάρμπα Στάμου. Κι᾿ ὕστερα ὁ μπάρμπα Στάμος εἶπε:-- Ἔ, καιρός, Νικολό, παιδί μου, γιὰ τὴ δουλειά. Ποτὲ δὲν τὸν εἶπε Νίκολ. Πάντα Νικολὸ τὸν ἔλεγε.--Τί θὰ γίνη μὲ τὶς ἐλιές, θὰ τὶς πάρης; Ἡ κυρὰ Πάτρα θέλει νὰ τὸ πουλήση τὸ περιβόλι. Γέρασε ἡ κακομοίρα καὶ θέλει νὰ πάη στὴν ᾿Αθήνα, στὸ γυιό της τὸ γιατρὸ νὰ ἡσυχάση. Βρέθηκαν κι᾽ ἄλλοι ἀγοραστές. Τί θὰ κάνης, θὰ τὸ πάρης ἐσύ;-- Ὄχι, παπποῦ, εἶπε ὁ Νικολός. Τὸ ξενοδοχεῖο θὰ τὸ κάνω μεγάλο, σκέφτομαι νὰ τὸ ἐπιπλώσω νὰ τὸ δουλεύω ἐγώ. .. Παράγγειλα καὶ τὰ ἔπιπλα... Ὅλα στὸ Ἀμέρικα. ... Θἄρθη τώρα κι᾽ ὁ μηχανικός.-- Καλά, παιδί μου. Πάρε κάνεμου τὸ οἰκόπεδο στὴν πλατεία καὶ γι᾿ αὐτὸ βγῆκαν ἀγοραστές.-- Καλά... περιμένω, παπποῦ, λεφτὰ ἀπ᾽ τὸ Ἀμέρικα... Ἔγραψα νὰ πουλήσουν τὸ μπίζνες... νὰ μοῦ στείλουν.Ὁ γέρος δὲ μίλησε. Πέρασαν κάνα δυὸ μῆνες ἀκόμη. Οὔτε λεφτά, οὔτε ἔπιπλα φάνηκαν. Ὁ μπάρμπα Στάμος ἔβλεπε τὸ Φροσυνάκι πότε πότε κλαμένο καὶ χλωμό.-- Μαρὴ Φροσιώ, εἶπε ὁ μπάρμπα Στάμος στὴ γριά του. Τί ἔχει τὸ κορίτσι, μαρὴ καὶ κλαίει καὶ κιτρινίζει;-- Ξέρω, μαθές, Στάμο; Τὸ βλέπω κι᾽ ἐγώ... Μπὰς κί θὰ κάν᾽ πιδὶ καὶ ντρέπεται νὰ τὸ πῆ;-- Γιά κύττα, Φροσιῶ, μὴ μᾶς ἀρρωστήση τὸ κουρίτσι.Ἡ γιαγιὰ πῆρε τὸ κορίτσι νὰ τὸ ρωτήση. Ἡ κοπέλλα δὲν εἶπε τί ἔχει. Δὲν ἦταν ἔγκυος εἰπε, δὲν εἶχε τίποτε...Μὰ τὰ δακρυσμένα της μάτια δὲν τὴν ἄφηναν νὰ κρύψη τὸν πόνο της.Πέρασε ἀκόμη λίγος καιρός. Ἦρθε τὸ φθινόπωρο. Καιρὸς ἦταν νὰ κατεβοῦν στὸ γιαλό, νὰ καθαρίσουν τὶς ἑλιές, νὰ ἑτοιμαστοῦν γιὰ νὰ μαζέψουν τὸ μαξούλι, νὰ ἑτοιμάσουν τὴν γαλιάγρα. Εἶχαν ὡραῖο σπίτι κοντὰ στὴ γαλιάγρα κοντὰ στὸ γιαλό. Μαζὺ μὲ τοὺς δυὸ γέρους κατέβηκε καὶ τὸ Φροσυνάκι μὲ τὸν Νικολό.-- Νὰ κατεβῆτε καὶ σεῖς στὸ γιαλό, εἶπε ὁ γέρος. Νὰ φυσήξη ὁ ἀέρας τὸ κορίτσι νὰ πάρ᾽ ἀπάνω του.Πρὶν φύγουν γιὰ τὸ γιαλό, ὁ γέρος ἄρχισε νὰ προσέχη τὸ Νικολό. Τὸν ἔβλεπε στενοχωρεμένο, κάτι γράμμα περίμενε ἀπ᾽ τὸ ταχυδρομεῖο, κάτι μουτρωμένο τὸν ἔβλεπε καὶ μιὰ μέρα τὸν πῆρε μέσα στὸ χειμωνιάτικο. Τὸ γερὸ Πηλιορείτικο μυαλό του φωτίσθηκε ξαφνικά.-- Γιά ἔλα δῶ τοῦ εἶπε, μὲ κάπως τραχὺ τρόπο. -- Γιά πέ μου. Τί μυστήρια εἶναι αὐτά; Τὸ κορίτσι κλαίει κι᾽ ἀδυνατίζει. ᾿Εσὺ μουτρώνεις. Οὔτε λεφτά, οὔτε μηχανικός, οὔτε δουλειά, οὔτε ξενοδοχεῖο. Τὴν ἀλήθεια λέγε... Τί τρέχει;...-- Παπποῦ, εἶπε ὁ νέος ταπεινά. Συχώρα με... Θέλω νὰ πάω στὴν Ἀμερική... Νὰ δουλέψω λίγα χρόνια... Νά... φέρω λεφτά... Γιὰ τὸ Φροσυνάκι... Τὴν ἀγαπῶ, παπποῦ... συχώρα, παπποῦ... εἶπε ὁ νέος κλαίοντας καὶ γονάτισε μπροστὰ στὸ γέρο...-- Γιά στάσου, μωρέ... Τί Ἀμερική καὶ τί λεφτὰ λές... Καὶ τὰ λεφτά σου;-- Τρεῖς χιλιάδες δολλάρια εἴταν ὅλα - ὅλα παπποῦ. Δεκαοχτὼ χρόνια ἔσκαβα στὰ μεταλλεῖα στὰ βάθια τῆς γῆς, χωρὶς νά βλέπω ἥλιο. Αὐτὰ κονόμησα, παπποῦ. Λαχτάρησα νὰ ἰδῶ τὴν πατρίδα, τὸν ἥλιο της, τὴ χαρὰ τ᾽ οὐρανοῦ, τὴ μάνα μου, τὸ χωριό μου. Κάτι ροῦχα ποὺ ψώνισα, κάτι ράδια, κάτι γάμους, κάτι ταξείδια, κάτι τὄνα κάτι τ᾽ ἄλλο πᾶνε τὰ λεφτά... Πρέπει νὰ πάω νὰ δουλέψω νὰ φέρω λεφτά, γιὰ τὸ Φροσυνάκι...-- Στάσου... εἶπε ὁ γέρος μὲ θυμό. Τ᾽ ἀγαπᾶς, βρέ, τὸ Φροσυνάκι;-- Πλειότερο κι᾿ ἀπ᾿ τὴ ζωή μου.-- Καὶ πῶς θὰ φύγης, μωρέ, ποὺ σ᾽ ἀγαπᾶ κι᾿ αὐτό; Μωρὲ καλὰ τὰ καταλάβαινα ἐγώ, εἶπε ὁ γέρος... Γιατί, μωρέ, δὲν κάθεστε νὰ δουλεύετε στὸν τόπο σας; Δεκαοκτὼ χρόνια, ἂν ἔσκαβες ἐδῶ στὸ φῶς τοῦ ἥλιου θάχες τσαπίσει τὰ χέρσα καὶ θάσουν νοικοκύρης. Γιατί, μωρέ, πᾶτε καὶ σκάβετε στὰ πηγάδια... γι᾿ αὐτὰ τὰ ψευτομεταξωτὰ καὶ τὰ ψευτοπράμματα;...Πφ!... μωρέ, κρίμα τοὺς κόπους σας! Ἐδῶ θὰ κάτσης μωρέ. Ἐδῶ θὰ κάτσης καὶ θὰ δουλέψης. Τυχερό σου ἦταν βλέπεις νὰ βρῆς τὴν Ἀμερικὴ ἐδῶ στὸν τόπο σου. Τυχερό σου ἦταν νὰ μπῆς στοῦ μπάρμπα Στάμου τὸ βιός...-- Παπποῦ, εἶπε ὁ νέος μπροστὰ στὰ γόνατα τοῦ γέρου Πηλιορείτη. Κι' ἐγὼ δὲ θέλω νὰ φύγω. Ἐδῶ νὰ δουλέψω, κοντὰ στὸ Φροσυνάκι... στὴ γῆ μας καὶ στὸν ἥλιο μας.-- Αἴντε τράβα τώρα νὰ πᾶμε γιὰ τό γιαλό. Βγάλ᾽ τὶς γραβάτες καὶ τὰ στολίδια. Βάλε ροῦχα τῆς δουλειᾶς, πάρε τὰ μουλάρια κι᾽ ἄϊντε μὲ τοῦ Θεοῦ τὴ βοήθεια καὶ τὴ δύναμη. Ἡ γῆ θέλει δουλειά, μωρέ!Σὲ λίγες μέρες οἱ χωριανοὶ παραξενεμένοι ἔβλεπαν τὸν Νίκολ τὸν ᾿Αμερικάνο νὰ περπατῆ ὅλο κέφι, πίσω ἀπ᾽ τὰ τρία μουλάρια, ποὺ ἀνέβαιναν φορτωμένα ἕξη τουλούμια λάδι ἀπ᾽ τὸ γιαλό. Εἶχε ἀνεβεῖ κι᾿ ὁ μπάρμπα Στάμος ν᾽ ἀδειάσουν τὸ λάδι καὶ καθότανε στὸ καφενεῖο.-- Τὸν ἔστρωσες στὴ δουλειὰ βλέπω τὸν «Ἀμερικάνο» εἶπε χαμογελῶντας ἕνας χωριανὸς στὸ Στάμο.-- Ἔμ! χαράμικα λεφτὰ θὰ τρώη; Κι᾽ ὕστερα τὰ χτήματα θέλουν δουλειά.-- Καὶ τὰ λεφτά του;--Ἔμ!... Ἀμερικάνικα ἦταν κι' αὐτά!... Φαγώθηκαν γρήγορα... οὔ... καπνὸς καὶ πᾶνε... Ἔτσι δὲν φαγώθηκαν καὶ χάθηκαν κι᾽ ὅσα λεφτὰ μᾶς δώσανε; Τὄχουν φαίνεται τ᾽ Ἀμερικάνικα λεφτὰ νὰ χάνουνται.-- Καὶ τὰ χρυσαφικά;--Ἔ! πῆραν νὰ μαυρίζουν κι' αὐτά. Ἀμερικάνικα ψευτοπράμματα. Ὅλο ἐννιά καράτια καὶ ντουμπλέδες. Ἐμεῖς, βλέπεις, τὰ χρυσαφικά μας τά θέμε δεκαοκτὼ καράτια. Λίγα ἔχουμε, μὰ ὅσα ἔχουμε εἶναι ἀληθινά. Τώρα ἂς δουλέψει τὴ γῆ. Ἦταν τυχερός. Τὴν Ἀμερικὴ τὴν βρῆκε ἐδῶ... εἶπε ὁ μπάρμπα Στάμος. Ἕνα καλὸ ἔφερε μονάχα ἀπ᾽ τὴν Ἀμερική. Ἔμαθε νὰ δουλεύη καὶ νὰ ἐκτιμάη τὴ γῆ μας. Ἔμαθε ν᾽ ἀγαπάη τὸν τόπο του, τὸν ἥλιο του, τὴ γῆ του... Ἦταν βλέπεις τυχερὸ τοῦ Νικολοῦ τοῦ Ζήση νὰ γίνη ἀληθινὸς Ἀμερικάνος ἀπ᾽ τὸ βιὸ τὸ δικὸ μου!... Κι᾽ ὁ μπάρμπα Στάμος γέλασε στὸν Νικολό, ποὺ φάνηκε ἐκείνη τὴν ὥρα νὰ γυρίζη μὲ τά τουλούμια ἄδεια.-- Καλὰ ἔκανες. Αἴντε, γειὰ χαρά, εἶπε ὁ μπάρμπα Στάμος κι’ ἀνέβηκε στὸ μουλάρι. Πήδηξε ἀνάλαφρα κι᾽ ὁ Νικολὸς στὸ μουλάρι καὶ τράβηξαν χαρούμενοι κι᾽ οἱ δυὸ γιὰ τὸ γιαλό. Ἡ κόκκινη γραβάτα μὲ τὶς γοργόνες εἴταν δεμένη φιόγκο στὸ καθρεφτάκι καὶ στὶς γαλάζιες χάντρες ποὺ στόλιζαν τὸ σαμάρι τῆς Μούρκας, τοῦ γεροῦ μουλαριοῦ, ποὺ κουβαλοῦσε τόν... «Ἀμερικάνο»...
______________________________________________
Αλλά ας πάμε τώρα και στο άρθρο της τοπικής εφημερίδας "Θεσσαλία" το οποίο φέρει ημερομηνία 6 Απριλίου 2013.
👇
1.- "Την Ιστορική Δημοτική Βιβλιοθήκη της Ζαγοράς κοσμεί σειρά λογοτεχνικών βιβλίων που ανήκαν στη συγγραφέα και δημοσιογράφο Καλλιόπη Πάντου" και2.- "με απόφαση του Δήμου υπάρχει ήδη προθήκη της Καλλιόπης Πάντου"
Είμαστε σε θέση να βεβαιώσουμε ότι μέχρι τον Αύγουστο του 2025 δεν υπήρξε καμία προθήκη με βιβλία της Καλλιόπης Πάντου στην Δημόσια Βιβλιοθήκη Ζαγοράς. Ίσως πρόκειται για κάποιο λάθος; σύγχυση; Δεν γνωρίζουμε. Μπορεί να υπήρξε δημοτική απόφαση αλλά προθήκη και βιβλία δεν υπήρξαν ποτέ στην Βιβλιοθήκη, τουλάχιστον μέχρι την χρονολογία που αναφέραμε.




