Τετάρτη 24 Ιουλίου 2024

ΣΤΗ ΧΑΡΑ ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ

 ΣΤΗ ΧΑΡΑ ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ (ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΠΗΛΙΟ)


ΔΥΟ ΛΟΓΙΑ ΔΙΚΑ ΜΟΥ
ΣΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΦΙΛΟΥ ΜΟΥ

        Βρισκόμουνα στὴ Ζαγορὰ γιὰ νὰ ξεκουραστῶ. Εἶχα τελειώσει τὴν περιοδεία μου στὸ Πήλιο. Εἶχα μάλιστα ταχτοποιήσει τοὺς σκόρπιους κι’ ἄμορφους ἀκόμη στίχους ποὺ ἀναβρύζανε στὸ δρόμο μου μέσ᾽ ἀπὸ τὶς ἀπόκρυφες πηγὲς ποὺ εἴχανε ξυπνήσει στὴν καρδιά μου ἡ μοναξιὰ κ᾿ ἡ ἐλευθερία. Κ᾽ εἴμουν ἕτοιμος νὰ πάρω τὸ δρόμο γιὰ τὴν Πορταριὰ καί, ροβολώντας κατόπι τὸ βουνό, νὰ κατεβῶ στὸ Βόλο, τ᾽ ὁρμητήριο τῆς ἐκδρομῆς μου.

        Ἕνα σημείωμα, γραμμένο ἀπὸ βιαστικὸ κι’ ἀβέβαιο χέρι, μ᾽ ἔκανε νὰ ταχύνω, ἐκεῖνο τὸ πρωΐ, τὴν ἀναχώρησή μου. Κάποιος ἀγωγιάτης, καθὼς μὲ πληροφόρησε ὁ ξενοδόχος μου, τὸ εἶχε φέρει τὴ νύχτα, ὅταν ἐγὼ κοιμόμουνα κλεισμένος στὸ δωμάτιό μου. Ο φίλος μου Ἱππόλυτος Γρίβας, ὁ ποιητής, βρισκότανε καταδικασμένος στὸ σανατόριο τοῦ Πηλίου. Αὐτὸ τὸ ἤξερα πρὸ πολλοῦ. Τὄχα στὸ νοῦ μου, τραβώντας γιὰ τὴν Πορταριά, νὰ σταματήσω τὸ μουλάρι μου καί, σκαρφαλώνοντας τὴν πλαγιά, νὰ φτάσω στὸ σανατόριο καὶ νὰ ἰδῶ τὸ φίλο μου τὸ Γρίβα, τὸν ποιητή. Τὰ λίγα λόγια ποὺ εἶχε ρίξει στὸ χαρτὶ μὲ βιαστικὸ κι' ἀβέβαιο χέρι μὲ κρατήσανε γιὰ μιὰ στιγμὴ σὲ μιὰ περίεργη ἀγωνία. «Ἔμαθα, μοῦ ἔλεγε, τυχαίως πὼς βρίσκεσαι κοντά μου, Ἔλα νὰ σὲ ἰδῶ. Μοῦ φαίνεται πὼς σὲ λίγο θὰ φύγω ἀπὸ τὸ Πήλιο.» Εἴταν ἄραγε καλά;

 

       Ὅταν ἔφτασα στὸ σανατόριο, ὁ ποιητὴς εἶχε φύγει τὴ νύχτα ἐκείνη ἀπὸ τὸ Πήλιο. Μὰ πρόφτασα ν’ ἀσπαστῶ τὸ παγωμένο του μέτωπο. Βοήθησα, ὅσο μποροῦσα, πληγωμένος καθὼς εἴμουνα, τὴν πληγωμένη του γυναίκα στὰ τραγικά της καθήκοντα. Ραντίσαμε μὲ τὰ δάκρυά μας τὸ νωπό του τάφο. Τὴ συνόδεψα κατόπι στὸ Βόλο, φρόντισα γιὰ τὴν ἀναχώρησή της κι᾿ ὅταν τὴν ἀποχαιρετοῦσα: «Σταθεῖτε, μοῦ εἶπε, μιὰ στιγμὴ» καὶ μοῦ ἔδωσ᾽ ἕνα δέμα χαρτιῶν ποὺ τὸ εἶχε τοποθετημένο πάνω στὴ βαλίτσα της. «Τὸ ἔγραψε, ὅταν εἴταν ἀκόμη καλὰ καὶ μποροῦσε νὰ ἐργαστεῖ. Ἐκτελῶ μιὰ θέλησή του: νὰ τὸ παραδώσω σ᾽ ἐσᾶς, τώρα ποὺ δὲν ὑπάρχει πιὰ ἐκεῖνος.»

        Εἶχα τὴν ὑπομονὴ νὰ κρατήσω κλειστὸ κι' ἀπαραβίαστο τὸ χειρόγραφο τοῦ φίλου μου ἴσια μὲ τὴ μέρα ποὺ βρέθηκα πάλι καθισμένος στὸ γραφεῖο μου. Ψυχολογώντας τώρα τὸν ἑαυτό μου δικαιολογῶ τὴ συνείδησή μου ποὺ δὲ μ᾽ ἐνόχλησε καθόλου γιὰ τὴν ἀδιαφορία μου πρὸς τὸ ἔργο ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ ἐκτιμοῦσα καὶ ποὺ ἐλάτρευα...


            …Ὅταν ἄνοιξα τὸ χειρόγραφο τοῦ φίλου μου κ᾽ ἔριξα μιὰ βιαστικὴ ματιὰ μέσα στὰ ψιλογραμμένα του φύλλα μοῦ φάνηκε πὼς ζωντάνεψε μπροστά μου μιὰ τελευταία του ἐπιθυμία. Ὁ φίλος μου ὁ Γρίβας ὁ ποιητὴς διηγότανε τὸ ταξίδι του στὸ Πήλιο. Εἴταν τὸ μυθιστόρημα μιᾶς παρέας μορφωμένων ἀνθρώπων, ποὺ ταξιδεύουνε, ποὺ διασκεδάζουν καὶ ποὺ αἰσθάνουνται. Ἡ θερμὴ ψυχικὴ διάθεση, μὲ τὴν ὁποία ξεσήκωνε κάθε λεπτομέρεια τοῦ ταξιδιοῦ του, καταντοῦσε τραγικὴ στὴν εἰλικρίνειά της, ἀφοῦ τρικύμιζε βαθιὰ ἕναν ἄνθρωπο καταδικασμένο στὴ ζωὴ καὶ ποὺ θὰ τὸν ἀπασχολοῦσ᾽ ἐξάπαντος ἡ ἰδέα τοῦ θανάτου. Θὰ λαχτάρησε, τὸ δίχως ἄλλο, νὰ χαρεῖ, γιὰ τελευταία φορά, σ᾽ ὅλο τὸ πλάτος καὶ τὸ βάθος της, μιὰ ξεχωριστὴ γι’ αὐτὸν εὐδαιμονία. Γιατὶ μοῦ τὄλεγε συχνά: «Δὲν ὑπάρχει ἀνώτερο αἴσθημα ἀπὸ τὸ αἴσθημα τῆς φιλίας, οὔτε βαθύτερη εὐτυχία ἀπὸ τὴν ἐνατένιση τῆς φύσης.» …


         …Βρῆκα στὸ τέλος τῆς τελευταίας του σελίδας τὴν ἀκόλουθη φράση καὶ τὴν ἀναφέρω με σεβασμό: «Ἔγραψα, λέγει, αὐτὸ τὸ βιβλίο ποὺ τὸ θεωρῶ βιώσιμο, γιατὶ τὸ ἔζησα, κι’ ὠφέλιμο, γιατὶ ἀφήνω στἀ νεοελληνικὰ γράμματα ἕνα δοκίμιο πεζοῦ λόγου.»

Ὅμηρος Μπεκὲς

Τις εντυπώσεις του συγγραφέα από την Ζαγορά θα διαβάσει ο αναγνώστης ενεργοποιώντας τον σύνδεσμο της παρακάτω φωτογραφίας όπου έχει αναρτηθεί αυτούσιο το κείμενο σε μορφή .pdf

👇